Πώς δημιουργείται η αντίφαση ανάμεσα στην κατάρρευση των τιμών παραγωγού και στις υψηλές τιμές για τον καταναλωτή.
Η εικόνα μοιάζει αντιφατική, αλλά επαναλαμβάνεται όλο και συχνότερα στην ελληνική αγροτική παραγωγή: Aπό τη μία πλευρά παραγωγοί που βλέπουν τόνους προϊόντων να μένουν αδιάθετοι ή ακόμη και να καταστρέφονται, και από την άλλη καταναλωτές που συνεχίζουν να πληρώνουν υψηλές τιμές για το ίδιο προϊόν στα σημεία λιανικής πώλησης.
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα έρχεται από την Αλμωπία Πέλλας, όπου παραγωγοί στον Αρχάγγελο καταγγέλλουν ότι οδηγήθηκαν στην καταστροφή περίπου 15 τόνοι κερασιών, καθώς δεν βρέθηκαν αγοραστές ακόμη και σε τιμές γύρω στα 70 λεπτά το κιλό. Όπως ανέφεραν παραγωγοί, η κατάσταση δημιουργεί έντονη αγωνία στους ανθρώπους της περιοχής, οι οποίοι βλέπουν τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς να χάνεται, ενώ παράλληλα φοβούνται τις επιπτώσεις στην τοπική οικονομία, καθώς ο αγροτικός κόσμος αποτελεί βασικό στήριγμα της αγοράς της Αλμωπίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καρκινογόνο κάδμιο στο πιάτο μας: Πού κρύβεται και πώς μπορούμε να μειώσουμε την έκθεσή μας (πίνακας)
Το περιστατικό αυτό δεν αφορά μόνο μια περιοχή ούτε αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Αντίστοιχα προβλήματα έχουν καταγραφεί και σε άλλες περιοχές παραγωγής κερασιών, όπου οι αγρότες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη διάθεση της σοδειάς τους, την ώρα που οι καταναλωτές συναντούν υψηλές τιμές στα καταστήματα.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: πώς γίνεται ένα προϊόν να μην βρίσκει αγοραστή στο χωράφι με λιγότερο από ένα ευρώ το κιλό, αλλά να φτάνει στον καταναλωτή σε πολλαπλάσια τιμή; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε μια αλυσίδα προβλημάτων που ξεκινά από τη φύση του ίδιου του προϊόντος και φτάνει μέχρι τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς.
Το κεράσι είναι ένα από τα πιο ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα. Δεν μπορεί να αποθηκευτεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν αντέχει εύκολα καθυστερήσεις και η εμπορική του αξία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ταχύτητα με την οποία θα συγκομιστεί, θα ψυχθεί, θα διακινηθεί και θα φτάσει στον τελικό αγοραστή. Όταν μέσα σε λίγες ημέρες ωριμάσουν μεγάλες ποσότητες σε μια συγκεκριμένη περιοχή, δημιουργείται πίεση στην αγορά, καθώς οι διαθέσιμοι αγοραστές, τα συσκευαστήρια, οι ψυκτικοί χώροι και τα δίκτυα μεταφοράς έχουν συγκεκριμένες δυνατότητες απορρόφησης.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η αυξημένη προσφορά μπορεί να οδηγήσει σε απότομη πτώση της τιμής που προσφέρεται στον παραγωγό. Ο αγρότης όμως δεν έχει τη δυνατότητα να περιμένει επ’ αόριστον, καθώς το προϊόν αλλοιώνεται γρήγορα. Έτσι, πολλές φορές βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να πουλήσει σε πολύ χαμηλή τιμή είτε να αφήσει μέρος της παραγωγής του να χαθεί.
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι οι εξαγωγές. Η ελληνική παραγωγή κερασιών στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγορές του εξωτερικού. Όταν η ζήτηση από άλλες χώρες μειώνεται ή όταν υπάρχουν προβλήματα στις εμπορικές ροές, η ποσότητα που παραμένει στην εγχώρια αγορά αυξάνεται και η πίεση στις τιμές μεγαλώνει. Ένα προϊόν που μπορεί να είχε προορισμό έναν ξένο αγοραστή μπορεί ξαφνικά να αναζητά θέση σε μια πολύ μικρότερη αγορά.
Παράλληλα, οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν σημαντικά την εμπορική αξία των κερασιών. Οι βροχοπτώσεις κοντά στην περίοδο συγκομιδής μπορούν να προκαλέσουν σκασίματα στους καρπούς, με αποτέλεσμα μεγάλες ποσότητες να θεωρούνται χαμηλότερης εμπορικής κατηγορίας, ακόμη και αν παραμένουν κατάλληλες για κατανάλωση. Η σύγχρονη αγορά των νωπών προϊόντων δίνει μεγάλη σημασία στην εμφάνιση, στο μέγεθος και στην ομοιομορφία του προϊόντος, γεγονός που οδηγεί συχνά στην απόρριψη ποσοτήτων που παλαιότερα θα μπορούσαν να διατεθούν ευκολότερα.
Την ίδια στιγμή, ο καταναλωτής βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Στα σημεία λιανικής, η τιμή του κερασιού μπορεί να είναι πολλαπλάσια από αυτή που λαμβάνει ο παραγωγός. Η διαφορά αυτή αποδίδεται σε μια σειρά από κόστη, όπως η διαλογή, η συσκευασία, η ψύξη, η μεταφορά, οι απώλειες κατά τη διακίνηση και τα περιθώρια κέρδους των ενδιάμεσων κρίκων της αλυσίδας.
Ωστόσο, το μεγάλο χάσμα μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή αποτελεί εδώ και χρόνια σημείο έντονης συζήτησης. Οι αγρότες υποστηρίζουν ότι η αξία που δημιουργείται στην αλυσίδα δεν κατανέμεται δίκαια, καθώς οι ίδιοι επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού κινδύνου: το κόστος καλλιέργειας, τις καιρικές καταστροφές, την αβεβαιότητα της αγοράς και τον κίνδυνο να μείνει το προϊόν τους αδιάθετο. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν παράγει αρκετά κεράσια ή ότι ο καταναλωτής δεν ενδιαφέρεται για το προϊόν. Το πρόβλημα είναι η αδυναμία σύνδεσης της παραγωγής με τη ζήτηση με τρόπο που να εξασφαλίζει βιώσιμο εισόδημα στον παραγωγό και λογική τιμή στον καταναλωτή.
Η περίπτωση της Πέλλας λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας βαθύτερης δυσλειτουργίας: ενός συστήματος στο οποίο μπορεί να συνυπάρχουν η καταστροφή αγροτικής παραγωγής και η υψηλή τιμή στο ράφι. Όσο δεν αντιμετωπίζονται οι αδυναμίες στην οργάνωση της αγοράς, στις υποδομές αποθήκευσης και διάθεσης, στις εξαγωγές και στη διαπραγματευτική θέση των παραγωγών, το παράδοξο αυτό θα συνεχίζει να επανέρχεται.
Για τον αγρότη, το κεράσι δεν είναι απλώς ένα προϊόν. Είναι η δουλειά ενός ολόκληρου χρόνου. Και όταν αυτή η δουλειά καταλήγει στα σκουπίδια την ίδια στιγμή που το ίδιο προϊόν πωλείται ακριβά στον καταναλωτή, το ερώτημα δεν αφορά μόνο την τιμή. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά η αλυσίδα από το χωράφι μέχρι το ράφι.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Σε ποια χώρα και γιατί οι άντρες δεν τρώνε γλυκά; Η πρωτοφανής εξήγηση που δίνει νέα μελέτη
- Ανάκληση σπόρων σουσαμιού από μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ λόγω απαγορευμένου φυτοφαρμάκου
- Ανακαλούνται 6.860 σακούλες σνακ… Πόσες χρωστικές μπορεί να περιέχει ένα “απλό” σνακ;
- Ανάκληση χιλιάδων συσκευασιών επιτραπέζιου αλατιού μεγάλης μάρκας – Το λάθος στην παραγωγή και οι επιπτώσεις στην υγεία
- Johnson & Johnson: Αθώωση σε πιλοτική δίκη για το ταλκ ενώ εκκρεμούν χιλιάδες αγωγές