Τα οφέλη του τσαγιού δεν είναι πάντα ίδια – Μελέτη δείχνει ότι δημοφιλές τσάι έχει χάσει τα οφέλη του
Το τσάι θεωρείται διεθνώς ένα από τα πιο ευεργετικά ροφήματα, όμως τα οφέλη του δεν είναι δεδομένα ανεξάρτητα από τη μορφή κατανάλωσης. Τα κύρια βιοδραστικά συστατικά του τσαγιού είναι οι πολυφαινόλες, κυρίως οι κατεχίνες, η καφεΐνη και το αμινοξύ θεανίνη, με τη σύστασή τους να μεταβάλλεται ανάλογα με τον βαθμό επεξεργασίας. Στο πράσινο τσάι, που δεν υφίσταται ουσιαστική ζύμωση, οι κατεχίνες διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, με κυρίαρχη την επιγαλλοκατεχίνη-3-γαλλική (EGCG), ενώ στο μαύρο τσάι μεγάλο μέρος τους μετατρέπεται σε θεαφλαβίνες και θεαρουβιγίνες. Οι διαφοροποιήσεις αυτές επηρεάζουν τη βιοδιαθεσιμότητα των συστατικών και συνδέονται με τις επιδράσεις του τσαγιού στην υγεία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Nestlé: Μετά την ανάκληση γάλακτος ανακαλούνται και μπισκότα
Η πιο σταθερά τεκμηριωμένη επίδραση αφορά τη μείωση της θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα, με μέτρια κατανάλωση να σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο. Οι αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες των πολυφαινολών θεωρούνται βασικοί μηχανισμοί αυτής της δράσης. Για την πρόληψη του καρκίνου τα δεδομένα είναι λιγότερο συνεπή και φαίνεται να εξαρτώνται από τον τύπο του καρκίνου και τον πληθυσμό. Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ήπιας επίδρασης στον έλεγχο του σωματικού βάρους, χωρίς σαφή και σταθερά αποτελέσματα για τον σακχαρώδη διαβήτη. Ωστόσο σύμφωνα με πρόσφατη ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, ο τρόπος με τον οποίο παρασκευάζεται, αποθηκεύεται και καταναλώνεται το τσάι επηρεάζει άμεσα τη χημική του σύσταση και κατ’ επέκταση τη βιολογική του δράση στον ανθρώπινο οργανισμό.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Θάνατοι από μολυσμένα τρόφιμα σε McDonald’s και Boar’s Head: Οι αποτυχίες ελέγχου στο σύστημα ασφάλειας τροφίμων
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | «Το εργοστάσιο έγινε ο τάφος τους»: Μαρτυρίες επιζώντων και συγγενών θυμάτων στην τραγωδία του ΒΙΟΛΑΝΤΑ
Το παραδοσιακά παρασκευασμένο τσάι, που καταναλώνεται φρέσκο αμέσως μετά την εκχύλιση των φύλλων σε ζεστό νερό, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τις κατεχίνες και τα υπόλοιπα πολυφαινολικά συστατικά που συνδέονται με τα τεκμηριωμένα οφέλη για την καρδιαγγειακή υγεία, τη φλεγμονή και τον μεταβολισμό. Αλλά τα τελευταία χρόνια έχει γίνει εξαιρετικά δημοφιλές το εμφιαλωμένο έτοιμο τσάι που πωλείται ως αναψυκτικό. Και όχι άδικα, αφού προσφέρει άμεση κατανάλωση χωρίς προετοιμασία και ταιριάζει στον γρήγορο ρυθμό ζωής. Παράλληλα, η γλυκιά γεύση, η έντονη αρωματοποίηση και η επιθετική προώθησή του το καθιστούν ελκυστικό σε ευρύ κοινό, ιδιαίτερα σε νεότερες ηλικίες, που πιστεύουν ότι είναι πιο υγιεινό από άλλα αναψυκτικά.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Φριτέζα αέρα: Τι δείχνουν οι μελέτες για τους ρύπους στον εσωτερικό αέρα της κουζίνας
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | «Μέχρι να σβήσει ο ήλιος!»… Τι ισχύει για τη Listeria σύμφωνα με τον νέο κανονισμό – Του Μικροβιολόγου τροφίμων Φραγκίσκου Γαΐτη
Όμως τα εμφιαλωμένα ροφήματα τσαγιού υφίστανται θερμική επεξεργασία υψηλής έντασης και παρατεταμένη αποθήκευση. Κατά τη διάρκεια αυτών των σταδίων, μέρος των κατεχινών αποδομείται ή μετατρέπεται σε άλλες χημικές ενώσεις με διαφορετική και συχνά χαμηλότερη βιοδιαθεσιμότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα προϊόν που, παρότι φέρει την ονομασία «τσάι», περιέχει σημαντικά μειωμένη ποσότητα των δραστικών συστατικών που αποδίδουν τα οφέλη του φρέσκου ροφήματος.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Παρίσταναν τα McDonald’s και έκλεβαν… φορτία με κοτόπουλα! Το απίστευτο κόλπο κυκλώματος που ξεσκέπασαν οι Αρχές
Η εικόνα επιβαρύνεται περαιτέρω από τη συχνή προσθήκη ζάχαρης, σιροπιών γλυκόζης ή φρουκτόζης, τεχνητών γλυκαντικών, αρωματικών ουσιών και συντηρητικών. Οι προσθήκες αυτές αλλοιώνουν το διατροφικό προφίλ του προϊόντος, αυξάνοντας το γλυκαιμικό φορτίο και εισάγοντας ουσίες που συνδέονται με μεταβολικές διαταραχές όταν καταναλώνονται συστηματικά. Ακόμη και τα προϊόντα που προβάλλονται ως «χωρίς ζάχαρη» συχνά περιέχουν τεχνητά γλυκαντικά, τα οποία σε ορισμένες μελέτες έχουν συσχετιστεί με διαταραχές της εντερικής μικροχλωρίδας και της ρύθμισης της όρεξης.
Ανάλογα προβλήματα καταγράφονται και στα ροφήματα τύπου bubble tea. Παρότι βασίζονται θεωρητικά στο τσάι, στην πράξη πρόκειται για σύνθετα προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε απλούς υδατάνθρακες από τα μαργαριτάρια ταπιόκας, κορεσμένα λιπαρά από μη γαλακτικές κρέμες και πληθώρα πρόσθετων ουσιών για γεύση και συντήρηση. Το θερμιδικό τους φορτίο είναι υψηλό και η συμβολή τους στα γνωστά οφέλη του τσαγιού είναι περιορισμένη ή αμελητέα, καθώς τα θετικά συστατικά επισκιάζονται από τα αρνητικά διατροφικά χαρακτηριστικά.
Συμπερασματικά η μελέτη επισημαίνει ότι, ενώ το τσάι ως ρόφημα παρουσιάζει χαμηλό επίπεδο κινδύνου όταν καταναλώνεται στην παραδοσιακή του μορφή και έχει πολλές ευεργετικές ιδιότητες, οι επεξεργασμένες εκδοχές του απαιτούν μέτρο. Η τακτική κατανάλωση εμφιαλωμένου τσαγιού και bubble tea δεν μπορεί να εξομοιωθεί διατροφικά με την κατανάλωση φρέσκου τσαγιού, καθώς τα προστιθέμενα σάκχαρα και τα συντηρητικά μεταβάλλουν ουσιαστικά το τελικό αποτέλεσμα στον οργανισμό μειώνοντας ή επισκιάζοντας τις ευεργετικές επιπτώσεις του και μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας. Η διαφοροποίηση αυτή καθιστά σαφές ότι τα οφέλη του τσαγιού δεν εξαρτώνται μόνο από το ίδιο το φυτό, αλλά κυρίως από το πώς φτάνει στο ποτήρι του καταναλωτή.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.maxapress.com/article/doi/10.48130/bpr-0025-0036
Φωτoγραφία άρθρου shutterstock