Από το house training μέχρι τις φοβίες: Οι σημαντικές παραλείψεις στη βασική εκπαίδευση σκύλων
Η εκπαίδευση στην πρώιμη ζωή και η προσεκτική έκθεση σε νέες εμπειρίες είναι κρίσιμες για την ανάπτυξη της συμπεριφοράς ενός κουταβιού. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη σχέση ανθρώπου-σκύλου, καθώς η διαχείριση και η εκπαίδευση της συμπεριφοράς του σκύλου είναι το κλειδί για την επιτυχή ιδιοκτησία. Οι ανεπιθύμητες συμπεριφορές αναφέρονται συχνά ως λόγοι για την εγκατάλειψη ή την ευθανασία κατά τα άλλα υγιών σκύλων κατοικίδιων ζώων. Οι ανεπιθύμητες συμπεριφορές μπορούν επίσης να επηρεάσουν αρνητικά την ευημερία του σκύλου και την ευημερία του ιδιοκτήτη. Η παρακολούθηση μαθημάτων εκπαίδευσης έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει τη σχέση ανθρώπου-σκύλου και βελτιώνει τη συνολική συμπεριφορά του σκύλου (π.χ., υπακοή), η οποία με τη σειρά της μπορεί να μειώσει την ανάπτυξη ανεπιθύμητων συμπεριφορών.
Ωστόσο έρευνα της Generation Pup που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό animals, αποκαλύπτει ότι τα μαθήματα για κουτάβια δεν καλύπτουν με συνέπεια ούτε τα βασικά και έχουν σημαντικές ασυνέπειες στα βασικά θεμέλια που χρειάζεται ένα ζώο για να μεγαλώσει ισορροπημένο. Τα μαθήματα δεν λειτουργούν με ενιαίο πρότυπο, με αποτέλεσμα η ποιότητα και το περιεχόμενό τους να αλλάζουν από τάξη σε τάξη. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το τι μαθαίνει ή δεν μαθαίνει ένα κουτάβι εξαρτάται συχνά από την τύχη και όχι από κάποια στοιχειώδη κοινή γραμμή. Η έρευνα δείχνει ότι πολλά κρίσιμα θέματα δεν διδάσκονται συστηματικά, γεγονός που μπορεί αργότερα να μεταφραστεί σε προβλήματα συμπεριφοράς.
Το house training, δηλαδή η εκπαίδευση του κουταβιού να ανακουφίζεται στο σωστό σημείο και να αναπτύσσει σταθερές συνήθειες καθαριότητας μέσα και έξω από το σπίτι, αναδεικνύεται στη μελέτη Generation Pup ως ένα από τα πιο άνισα και ελλιπώς δομημένα στοιχεία της πρώιμης εκπαίδευσης. Παρότι πρόκειται για την πρώτη και πιο πρακτική ανάγκη κάθε νέου ιδιοκτήτη, η μελέτη δείχνει ότι περίπου ένα τρίτο των τάξεων δεν καλύπτει καθόλου το θέμα, ενώ στις υπόλοιπες η προσέγγιση ποικίλλει χωρίς ενιαία μεθοδολογία: σε κάποιες τάξεις το house training παρουσιάζεται πρακτικά, σε άλλες δίνονται μόνο πληροφορίες και σε άλλες εφαρμόζεται ένας συνδυασμός των δύο. Αυτή η ασυνέπεια σημαίνει ότι πολλά κουτάβια δεν λαμβάνουν θεμελιωμένη καθοδήγηση σε μια δεξιότητα που επηρεάζει άμεσα τη συμβίωση, τη διαχείριση της καθημερινότητας και τη μελλοντική συμπεριφορά τους, επιβεβαιώνοντας ότι η σημερινή αγορά εκπαίδευσης δεν λειτουργεί με κοινά πρότυπα ούτε καλύπτει σταθερά τις βασικές ανάγκες των ιδιοκτητών
Ακόμη πιο περιορισμένη είναι η εκπαίδευση γύρω από τους θορύβους και τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα που συχνά προκαλούν φοβίες στους ενήλικους σκύλους. Μόνο μία στις δέκα τάξεις περιλάμβανε έκθεση σε ήχους όπως πυροτεχνήματα ή δυνατά ηχητικά εφέ. Αυτό αποτελεί σημαντικό κενό, καθώς η πρώιμη και ελεγχόμενη εξοικείωση με τέτοιους ήχους μπορεί να προλάβει χρόνια προβλήματα άγχους και φόβου. Η πλειονότητα των κουταβιών, όμως, δεν λαμβάνει τέτοιου είδους προετοιμασία, παρά το ότι η επιστήμη υποδεικνύει ξεκάθαρα τη σημασία της.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο οι τάξεις εμφανίζουν μεγάλο έλλειμμα είναι η εξοικείωση με χειρισμούς και εμπειρίες που σχετίζονται με τον χώρο του κτηνιατρείου. Μόνο περίπου το ένα πέμπτο των μαθημάτων πραγματοποιούνται μέσα σε κτηνιατρική μονάδα και οι περισσότερες δεν παρέχουν συστηματική εξάσκηση σε χειρισμούς που απαιτούνται στις επισκέψεις, όπως άγγιγμα σε ευαίσθητα σημεία ή εξοικείωση με εξοπλισμό. Δεδομένου ότι ο φόβος στον κτηνίατρο είναι ένα από τα πιο σοβαρά και συχνά προβλήματα συμπεριφοράς, η απουσία αυτής της πρώιμης εκπαίδευσης αποτελεί χαμένη ευκαιρία.
Παρομοίως, η ενημέρωση για θέματα υγείας αποδεικνύεται ελλιπής. Μόνο μικρό ποσοστό ιδιοκτητών ανέφερε ότι έλαβε συμβουλές για βάρος, παρασιτολογικό έλεγχο ή εμβολιασμούς, ενώ η συζήτηση για τη στείρωση είναι ακόμη πιο περιορισμένη. Οι πληροφορίες αυτές δεν είναι προαιρετικές λεπτομέρειες αλλά βασική γνώση που επηρεάζει την υγεία και την ευζωία του ζώου. Η απουσία τους δείχνει για άλλη μια φορά ότι η εκπαίδευση κουταβιών δεν λειτουργεί ως ολοκληρωμένη υπηρεσία καθοδήγησης.
Ακόμη και στα σημεία όπου η εκπαίδευση εμφανίζεται πιο σταθερή, όπως στην εντολή «κάτσε» ή «έλα», η εμπειρία των κουταβιών δεν είναι ίδια για όλους. Οι τάξεις ποικίλλουν σημαντικά ως προς τον αριθμό σκύλων, τις ηλικίες, τα μεγέθη και τις ευκαιρίες αλληλεπίδρασης. Σε σχεδόν τις μισές τάξεις δεν υπήρχε παιχνίδι μεταξύ των κουταβιών, ενώ σε άλλες επιτρεπόταν επιλεκτικά για λίγα ζώα. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνικοποίηση, μια διαδικασία που απαιτεί προσεκτική διαχείριση, συχνά γίνεται αποσπασματικά ή καθόλου.
Μετά τα κενά της εκπαίδευσης, η μελέτη εξετάζει ποιοι ιδιοκτήτες τελικά συμμετέχουν σε μαθήματα εκπαίδευσης. Το υψηλότερο εισόδημα σχετίζεται ξεκάθαρα με μεγαλύτερη πιθανότητα παρουσίας στα μαθήματα. Η οικονομική ικανότητα φαίνεται να παίζει καταλυτικό ρόλο, κάτι που δημιουργεί ανισότητες: πολλά κουτάβια που χρειάζονται υποστήριξη μένουν χωρίς αυτήν επειδή οι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος ή τις πρακτικές απαιτήσεις. Παράλληλα, όσοι είχαν δηλώσει πριν πάρουν το κουτάβι, ότι σκοπεύουν να παρακολουθήσουν μαθήματα ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα το έκαναν, γεγονός που δείχνει ότι η απόφαση λαμβάνεται νωρίς και δύσκολα αλλάζει.
Τέλος, η μελέτη καταγράφει ότι οι πρωτάρηδες ιδιοκτήτες είναι πιο πιθανό να αναζητήσουν οργανωμένη εκπαίδευση σε σχέση με όσους έχουν ξαναζήσει με σκύλο. Επίσης, όσοι έλαβαν ένα “puppy pack” από τον εκτροφέα ή τον οργανισμό υιοθεσίας συμμετείχαν πιο συχνά, πιθανότατα επειδή το ενημερωτικό υλικό ενίσχυσε την πρόθεσή τους να επενδύσουν στην εκπαίδευση. Αντίθετα, όσοι δεν πήγαν σε μαθήματα ανέφεραν κυρίως ότι προτιμούν να εκπαιδεύσουν μόνοι τους το κουτάβι ή ότι δεν υπάρχουν κατάλληλες τάξεις στην περιοχή τους, επιβεβαιώνοντας ότι το σύστημα εκπαίδευσης δεν είναι ούτε προσιτό ούτε αρκετά οργανωμένο για να καλύψει τις ανάγκες όλων.