Η χαμηλή βιταμίνη Β12 έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια με προβλήματα του νευρικού συστήματος και του αίματος, όμως ο πιθανός ρόλος της στην υγεία των οστών παραμένει λιγότερο ξεκάθαρος. Νέα μεγάλη μελέτη σε ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω προσθέτει τώρα νέα στοιχεία, καθώς διαπίστωσε ότι τα άτομα με εργαστηριακά ορισμένη έλλειψη βιταμίνης Β12 είχαν 33% υψηλότερο hazard εμφάνισης κατάγματος σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογικές τιμές. Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης προκαλεί τα κατάγματα, αλλά εντοπίζει μια ισχυρή συσχέτιση που οι ερευνητές θεωρούν ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 στο περιοδικό Scientific Reports και βασίστηκε σε ηλεκτρονικά δεδομένα υγείας από το TriNetX Global Collaborative Network. Οι ερευνητές εξέτασαν ανθρώπους ηλικίας τουλάχιστον 50 ετών που είχαν υποβληθεί σε εξέταση βιταμίνης Β12, συγκρίνοντας διαφορετικές κατηγορίες επιπέδων της βιταμίνης και παρακολουθώντας στη συνέχεια την εμφάνιση καταγμάτων.
Πάνω από 115.000 άτομα σε κάθε ομάδα
Στην αρχική βάση δεδομένων υπήρχαν περισσότεροι από 115.000 άνθρωποι με έλλειψη Β12 και πάνω από 1,76 εκατομμύρια με φυσιολογικές συγκεντρώσεις. Για να μειώσουν τις διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν αντιστοίχιση βάσει propensity score, λαμβάνοντας υπόψη δημογραφικά χαρακτηριστικά, παθήσεις, φάρμακα και διαθέσιμες εργαστηριακές μετρήσεις. Μετά την αντιστοίχιση, παρέμειναν 115.735 άτομα σε κάθε ομάδα.
Η έλλειψη ορίστηκε ως συγκέντρωση Β12 έως 199 pg/mL, ενώ ως φυσιολογικό εύρος χρησιμοποιήθηκαν οι τιμές από 300 έως 900 pg/mL. Υπήρχαν επίσης ενδιάμεση κατηγορία, από 200 έως 299 pg/mL, και υψηλές τιμές, πάνω από 900 pg/mL. Οι ερευνητές απέφυγαν να ξεκινήσουν την παρακολούθηση αμέσως μετά τη μέτρηση της Β12. Χρησιμοποίησαν έναν σχεδιασμό «landmark» ενός έτους, ώστε οι συμμετέχοντες να παραμένουν ζωντανοί και χωρίς καταγεγραμμένο κάταγμα, οστεοπόρωση ή επαναλαμβανόμενες πτώσεις κατά την έναρξη της περιόδου παρακολούθησης.
Κατά την περίοδο παρακολούθησης, κάταγμα καταγράφηκε στο 7,2% της ομάδας με έλλειψη Β12, έναντι 6% στην ομάδα με φυσιολογικές τιμές. Μετά την προσαρμογή των δεδομένων, η έλλειψη Β12 συνδέθηκε με hazard κατάγματος κατά 33% υψηλότερο σε σχέση με την ομάδα αναφοράς. Επειδή η υπόθεση αναλογικότητας των κινδύνων δεν ίσχυε σε όλη την περίοδο παρακολούθησης, οι ερευνητές πραγματοποίησαν επιπλέον ανάλυση για τα πρώτα 1 έως 5 χρόνια. Εκεί η συσχέτιση παρέμεινε, με hazard κατάγματος κατά 37% υψηλότερο στην ομάδα με έλλειψη Β12.
Η σχέση δεν περιορίστηκε στα κατάγματα
Οι ερευνητές εξέτασαν παράλληλα και άλλες εκβάσεις που συνδέονται με την υγεία των οστών. Στην ομάδα με χαμηλή Β12 καταγράφηκαν υψηλότερα hazards για οστεοπόρωση, οστεοπορωτικά κατάγματα, κατάγματα κάτω άκρων, πτώσεις και επαναλαμβανόμενες πτώσεις. Οι συγκεκριμένες αναλύσεις ήταν δευτερεύουσες και διερευνητικές, επομένως δεν έχουν το ίδιο βάρος με το κύριο αποτέλεσμα της μελέτης, αλλά η κατεύθυνση των συσχετίσεων ήταν αντίστοιχη με εκείνη που παρατηρήθηκε για τα κατάγματα.
Μία πιθανή εξήγηση αφορά τον ρόλο της Β12 στον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης. Η βιταμίνη Β12, μαζί με το φυλλικό οξύ, συμμετέχει στον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης και η έλλειψή της μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα της συγκεκριμένης ουσίας. Προηγούμενες μελέτες έχουν εξετάσει την πιθανή σχέση της αυξημένης ομοκυστεΐνης με την ποιότητα των οστών, ενώ έχουν προταθεί μηχανισμοί που αφορούν τη δομή του κολλαγόνου και τον μεταβολισμό του οστικού ιστού. Η Β12 έχει επίσης σημαντικό ρόλο στη φυσιολογική λειτουργία του νευρικού συστήματος, επομένως η ανεπάρκεια μπορεί να σχετίζεται με νευρολογικές διαταραχές που επηρεάζουν την ισορροπία και αυξάνουν την πιθανότητα πτώσης. Αυτοί οι μηχανισμοί είναι βιολογικά εύλογοι, αλλά η συγκεκριμένη μελέτη δεν απέδειξε ποιος από αυτούς, ή ποιος συνδυασμός τους, θα μπορούσε να εξηγεί τη συσχέτιση.
Προηγούμενη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση είχε επίσης βρει ενδείξεις ότι υψηλότερες συγκεντρώσεις Β12 μπορεί να συνδέονται με ελαφρώς χαμηλότερο κίνδυνο κατάγματος, ενώ υψηλότερα επίπεδα ομοκυστεΐνης είχαν σαφέστερη σχέση με τον κίνδυνο καταγμάτων. Ωστόσο, άλλη συστηματική ανασκόπηση είχε καταλήξει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία για τον άμεσο ρόλο της Β12 στην οστική πυκνότητα και στα κατάγματα παραμένουν ασαφή και ετερογενή.
Γιατί τα υψηλά επίπεδα Β12 χρειάζονται διαφορετική ερμηνεία
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της νέας μελέτης είναι ότι η σχέση δεν ακολούθησε μια απλή γραμμική πορεία. Εκτός από την ομάδα με έλλειψη, και τα οριακά και τα υψηλά επίπεδα Β12 συνδέθηκαν με αυξημένο hazard κατάγματος, αν και οι συσχετίσεις ήταν ασθενέστερες. Το εύρημα αυτό είναι σημαντικό επειδή δεν επιτρέπει την ερμηνεία ότι κάθε αύξηση της Β12 μειώνει αντίστοιχα τον κίνδυνο κατάγματος.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι οι υψηλές συγκεντρώσεις Β12 μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αντανακλούν άλλες καταστάσεις, όπως υποκείμενες ασθένειες, λήψη συμπληρωμάτων ή συχνότερη επαφή με το σύστημα υγείας. Με άλλα λόγια, μια ασυνήθιστα υψηλή εργαστηριακή τιμή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ίδια η Β12 αυξάνει τον κίνδυνο κατάγματος. Το ίδιο πρόβλημα ισχύει και για τις χαμηλές τιμές, καθώς η ανεπάρκεια μπορεί να αποτελεί δείκτη γενικότερης διατροφικής κατάστασης, συννοσηροτήτων ή άλλων παραγόντων που δεν μπορούν να αποτυπωθούν πλήρως σε μια βάση ηλεκτρονικών ιατρικών αρχείων.
Η μελέτη δεν απαντά στο ερώτημα των συμπληρωμάτων
Η σημαντικότερη επιφύλαξη αφορά τον σχεδιασμό της έρευνας. Πρόκειται για αναδρομική μελέτη παρατήρησης, όχι για τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή. Οι ερευνητές μπορούν να εντοπίσουν συσχέτιση ανάμεσα στη χαμηλή Β12 και στα κατάγματα, αλλά δεν μπορούν να αποδείξουν ότι η έλλειψη της βιταμίνης προκάλεσε τα κατάγματα. Ούτε προκύπτει από τα δεδομένα ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων Β12 θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο.
Υπάρχουν και άλλοι περιορισμοί. Η συγκέντρωση της Β12 βασίστηκε στη μέτρηση κατά την έναρξη της μελέτης και δεν παρακολουθήθηκε η μεταβολή της κατά τη διάρκεια της πολυετούς παρακολούθησης. Δεν υπήρχαν επίσης διαθέσιμες για όλους τους συμμετέχοντες πληροφορίες για την οστική πυκνότητα, τη μυϊκή δύναμη, τη σαρκοπενία, τη φυσική δραστηριότητα, τη διατροφή, τη βιταμίνη D, το ασβέστιο και την παραθορμόνη. Παράλληλα, το κύριο αποτέλεσμα περιλάμβανε διαφορετικούς τύπους καταγμάτων, χωρίς να είναι πάντα δυνατό να διαχωριστούν τα κατάγματα που προέκυψαν από οστική ευθραυστότητα από εκείνα που προκλήθηκαν από τραυματισμό. Επιπλέον, τα αποτελέσματα αφορούν ειδικά ανθρώπους που είχαν υποβληθεί σε εξέταση Β12. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτομάτως αντιπροσωπευτικά όλων των ανθρώπων άνω των 50 ετών. Η ίδια η ανάγκη για εργαστηριακό έλεγχο Β12 μπορεί να σχετίζεται με προβλήματα υγείας ή συμπτώματα που διαφοροποιούν αυτούς τους ανθρώπους από τον γενικό πληθυσμό.