Η θεραπεία με τιρζεπατίδη συνδέθηκε με σημαντική απώλεια βάρους σε ενήλικες με υπέρβαρο ή παχυσαρκία, με το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας να προέρχεται από το σωματικό λίπος. Σε μελέτη πραγματικών δεδομένων από 122 ενήλικες, η λιπώδης μάζα μειώθηκε κατά 35,4% μέσα σε 24 εβδομάδες, ενώ η σκελετική μυϊκή μάζα παρέμεινε σχετικά σταθερή. Συνολικά, το σωματικό βάρος μειώθηκε κατά περίπου 15 κιλά, δηλαδή σχεδόν 16% σε σχέση με την αρχική τιμή.
Η τιρζεπατίδη είναι διπλός αγωνιστής των υποδοχέων GIP και GLP-1 και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και της παχυσαρκίας, ανάλογα με την ένδειξη και το ρυθμιστικό πλαίσιο. Η απώλεια μυϊκής μάζας αποτελεί ένα από τα ζητήματα που απασχολούν την επιστημονική συζήτηση γύρω από τις θεραπείες που προκαλούν μεγάλη απώλεια βάρους, καθώς η συνολική μείωση του σωματικού βάρους δεν αποτελεί από μόνη της πλήρη εικόνα της αλλαγής στη σύσταση του σώματος.
Το λίπος μειώθηκε περισσότερο από τη συνολική άλιπη μάζα
Οι ερευνητές παρακολούθησαν ενήλικες ηλικίας κατά μέσο όρο 44 ετών, οι οποίοι είχαν υπέρβαρο ή παχυσαρκία και τουλάχιστον μία σχετιζόμενη συννοσηρότητα, όπως προδιαβήτη, υπέρταση, υπνική άπνοια, δυσλιπιδαιμία ή καρδιαγγειακή νόσο. Κανένας από τους συμμετέχοντες δεν είχε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η θεραπεία ξεκίνησε με τιρζεπατίδη 2,5 mg μία φορά την εβδομάδα και μετά τις πρώτες τέσσερις εβδομάδες η δόση αυξήθηκε στα 5 mg, ενώ η μέση δόση κατά την ολοκλήρωση της παρακολούθησης ήταν 5,3 mg. Παράλληλα με τη φαρμακευτική αγωγή, οι συμμετέχοντες ακολουθούσαν διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες χωρίς προκαθορισμένο θερμιδικό περιορισμό και συμμετείχαν σε πρόγραμμα φυσικής δραστηριότητας προσαρμοσμένο στα χαρακτηριστικά τους. Οι ερευνητές πραγματοποίησαν μετρήσεις στην αρχή της μελέτης, στις 12 εβδομάδες και στις 24 εβδομάδες, εξετάζοντας μεταξύ άλλων το σωματικό βάρος, τον δείκτη μάζας σώματος, την περίμετρο μέσης και τη σύσταση του σώματος.
Στις 24 εβδομάδες, ο δείκτης μάζας σώματος είχε μειωθεί κατά 15,7%, η περίμετρος μέσης κατά 14,9% και ο λόγος περιμέτρου μέσης προς ύψος κατά 15,2%. Το 98% των συμμετεχόντων είχε χάσει τουλάχιστον 5% του αρχικού σωματικού βάρους, ενώ το 89% είχε χάσει τουλάχιστον 10%, το 72% τουλάχιστον 15% και το 59% τουλάχιστον 20%. Η ανάλυση της σύστασης του σώματος έδειξε ότι η λιπώδης μάζα μειώθηκε κατά 35,4%, ενώ η άλιπη μάζα μειώθηκε σε μικρότερο βαθμό, κατά 5,1%. Αντίθετα, η σκελετική μυϊκή μάζα δεν παρουσίασε σημαντική μεταβολή κατά την περίοδο παρακολούθησης. Αυτό σημαίνει ότι, στο συγκεκριμένο δείγμα, η μεγάλη απώλεια βάρους συνοδεύτηκε κυρίως από απώλεια λίπους και όχι από αντίστοιχη μείωση της σκελετικής μυϊκής μάζας.
Τι έδειξαν οι μετρήσεις για το σάκχαρο και την ινσουλίνη
Η αλλαγή στη σύσταση του σώματος συνοδεύτηκε και από βελτίωση μεταβολικών δεικτών. Οι τιμές γλυκόζης και ινσουλίνης νηστείας βελτιώθηκαν κατά την περίοδο των έξι μηνών, ενώ βελτιώθηκε και η εκτιμώμενη ευαισθησία στην ινσουλίνη. Οι μειώσεις στη λιπώδη μάζα συσχετίστηκαν με τις μεταβολές στην ινσουλίνη νηστείας και στον δείκτη HOMA-IR, ο οποίος χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της αντίστασης στην ινσουλίνη. Η συγκεκριμένη παρατήρηση έχει ενδιαφέρον επειδή η κατανομή της απώλειας βάρους μπορεί να έχει διαφορετική μεταβολική σημασία. Η μείωση του λιπώδους ιστού, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με βελτίωση δεικτών γλυκαιμικού ελέγχου και ευαισθησίας στην ινσουλίνη, αποτελεί διαφορετικό αποτέλεσμα από μια απώλεια βάρους που συνοδεύεται σε μεγάλο βαθμό από απώλεια άλιπης μάζας. Δεν είναι όμως δυνατό να αποδοθούν όλα τα αποτελέσματα αποκλειστικά στην τιρζεπατίδη. Οι συμμετέχοντες ακολουθούσαν ταυτόχρονα συγκεκριμένη διατροφική παρέμβαση και πρόγραμμα φυσικής δραστηριότητας, επομένως η μελέτη δεν μπορεί να διαχωρίσει με βεβαιότητα τη συμβολή κάθε παράγοντα στην αλλαγή του βάρους και της σύστασης του σώματος.
Οι ερευνητές επισημαίνουν αρκετούς περιορισμούς. Η μελέτη ήταν αναδρομική και δεν περιλάμβανε ομάδα ελέγχου, ενώ στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν μόνο οι ασθενείς που ολοκλήρωσαν την παρακολούθηση των 24 εβδομάδων. Η σύσταση του σώματος εκτιμήθηκε με βιοηλεκτρική εμπέδηση, μέθοδο που χρησιμοποιείται ευρέως στην κλινική πράξη αλλά δεν παρέχει τις ίδιες πληροφορίες με πιο εξειδικευμένες μεθόδους απεικόνισης.
Επιπλέον, σχεδόν το 80% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες και όλοι προέρχονταν από δύο κέντρα στην περιοχή του Παλέρμο στην Ιταλία. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Δεν υπήρχαν επίσης συστηματικά δεδομένα για τη μακροχρόνια συνέχιση της θεραπείας ή για τις ανεπιθύμητες ενέργειες.
Τα ευρήματα έρχονται πάντως να προστεθούν σε μια ευρύτερη έρευνα για το τι συμβαίνει στη σύσταση του σώματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τιρζεπατίδη. Προγενέστερη μελέτη πραγματικών δεδομένων σε 51 ενήλικες με παχυσαρκία είχε επίσης διαπιστώσει ότι περίπου 78% της απώλειας βάρους σε 12 εβδομάδες προερχόταν από τη μείωση της λιπώδους μάζας, ενώ η άλιπη μάζα μειώθηκε σε μικρότερο βαθμό. Παράλληλα, άλλη τυχαιοποιημένη μελέτη του 2026 εξέτασε διαφορετική προσέγγιση, τη χορήγηση της πειραματικής ουσίας apitegromab μαζί με τιρζεπατίδη, με στόχο ειδικά τη διατήρηση της άλιπης μάζας. Στη μελέτη αυτή η προσθήκη apitegromab συνδέθηκε με 1,9 κιλά λιγότερη απώλεια άλιπης μάζας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, παρά την παρόμοια συνολική απώλεια βάρους.
Η νέα μελέτη, επομένως, δεν δείχνει ότι η τιρζεπατίδη εξαλείφει την απώλεια άλιπης μάζας ούτε ότι διατηρεί τη μυϊκή μάζα σε όλους τους ασθενείς. Δείχνει ότι, στο συγκεκριμένο πραγματικό κλινικό περιβάλλον και σε διάστημα έξι μηνών, η απώλεια βάρους ήταν κατά κύριο λόγο απώλεια λίπους, ενώ η σκελετική μυϊκή μάζα παρέμεινε σχετικά σταθερή. Για να διαπιστωθεί αν το αποτέλεσμα διατηρείται μακροπρόθεσμα και σε διαφορετικούς πληθυσμούς απαιτούνται μεγαλύτερες, ελεγχόμενες και μακρύτερης διάρκειας μελέτες.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Diabetes and Its Complications.