Περισσότεροι από 450 Ευρωπαίοι επιστήμονες ζητούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να επικαιροποιήσει τους κανόνες για τα υδατικά οικοσυστήματα
Η διαρκώς αυξανόμενη παρουσία τοξικών χημικών στα ευρωπαϊκά ποτάμια και τις λίμνες έχει σημάνει συναγερμό στην επιστημονική κοινότητα. Τον Απρίλιο, πάνω από 450 επιστήμονες από διάφορες χώρες της Ευρώπης, με τον συντονισμό του Ευρωπαϊκού Γραφείου Περιβάλλοντος (EEB), απηύθυναν ανοικτή επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη, ζητώντας την άμεση επικαιροποίηση των κανόνων για τη ρύπανση των υδάτων. Στο επίκεντρο της έκκλησης βρίσκονται οι ενώσεις PFAS και δεκάδες άλλες χημικές ουσίες που δεν ελέγχονται επαρκώς, παρά τις αναγνωρισμένες περιβαλλοντικές και υγειονομικές τους επιπτώσεις.
Η παρέμβαση υποστηρίχθηκε και από δεκάδες Ιταλούς ειδικούς, όπως ο Roberto Romizi (ISDE Ιταλίας), ο σπηλαιολόγος Serge Orsini, η εκπρόσωπος των νέων ερευνητών Vanessa De Santis και ο Alfieri Pollice από το Ινστιτούτο Έρευνας για το Νερό του CNR. Όλοι μαζί τονίζουν την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει επιτέλους στην ουσιαστική προστασία των υδατικών οικοσυστημάτων της.
Η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα της ΕΕ, θεσμοθετημένη από το 2000, αποτελεί το βασικό νομοθετικό εργαλείο για τη διαχείριση των γλυκών και παράκτιων υδάτων. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, οι σημερινοί μηχανισμοί παρακολούθησης δεν ανταποκρίνονται στη σύνθετη και μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της χημικής ρύπανσης. Καταγράφεται μόνο ένας περιορισμένος αριθμός ρύπων, ενώ αγνοείται η επίδραση των χημικών μειγμάτων, παρότι είναι αποδεδειγμένο πως ακόμη και σε «ασφαλή» επίπεδα, οι συνδυασμοί ουσιών μπορούν να είναι εξαιρετικά επιβλαβείς.
Από το 1970, οι πληθυσμοί των ειδών του γλυκού νερού έχουν μειωθεί κατά 85%, ενώ λιγότερα από τα μισά υδάτινα σώματα της Ευρώπης θεωρούνται πλέον υγιή. Ακόμη χειρότερα, η ανάκαμψη της βιοποικιλότητας έχει σταματήσει από το 2010, με την κατάσταση να χαρακτηρίζεται κρίσιμη.
Η επιστημονική κοινότητα χαιρετίζει την επικείμενη αναθεώρηση της Οδηγίας και των συμπληρωματικών κανονισμών για τα υπόγεια ύδατα και τα πρότυπα ποιότητας περιβάλλοντος, υπογραμμίζοντας πως απαιτούνται γενναίες αποφάσεις, όχι απλώς τεχνικές τροποποιήσεις. Η προσαρμογή στους νέους κινδύνους απαιτεί ριζική αλλαγή στον τρόπο παρακολούθησης, με ενσωμάτωση νέων τεχνολογικών μεθόδων όπως η διαλογή μη στόχων και η αξιολόγηση σωρευτικών επιπτώσεων.
Αναγνωρίζοντας το κόστος που ενέχει η εκτεταμένη παρακολούθηση και οι έλεγχοι, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι είναι αμελητέο μπροστά στην απώλεια βιοποικιλότητας, μόλυνση πόσιμου νερού, κινδύνους για τη δημόσια υγεία και αυξανόμενες ανάγκες καθαρισμού. Κεντρικό μήνυμα της επιστολής είναι ότι η επικαιροποίηση των κανόνων δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο, ούτε να υπονομευθεί από πολιτικές σκοπιμότητες ή πιέσεις. Αντίθετα, οι κανόνες πρέπει να ενισχυθούν ώστε να συμβαδίζουν με τις επιστημονικές αποδείξεις και να διασφαλίσουν τη βασική αρχή της μη επιδείνωσης των οικοσυστημάτων.