Μια επιδημία γαστρεντερίτιδας που συνδέθηκε με ιδιωτική εκδήλωση στην Αυστραλία δείχνει πόσο δύσκολο είναι να εξαλειφθεί πλήρως ο κίνδυνος μετάδοσης του νοροϊού, ακόμη και όταν εφαρμόζονται οι προβλεπόμενοι κανόνες για την απομάκρυνση ασθενών εργαζομένων από την παρασκευή τροφίμων.
Η επιδημία σημειώθηκε σε ιδιωτική εκδήλωση στην Επικράτεια της Αυστραλιανής Πρωτεύουσας, όπου είχαν συγκεντρωθεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, από 250 έως 500 άτομα. Ο διοργανωτής ενημέρωσε τις υγειονομικές αρχές ότι περίπου 20 άτομα είχαν εμφανίσει γαστρεντερικά συμπτώματα, όμως η επιδημιολογική έρευνα που ακολούθησε κατέγραψε τελικά πολύ μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αποσύρονται γαριδάκια μετά από καταγγελίες για ασθένεια δύο καταναλωτών
Από τα 224 άτομα που συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο των αρχών, 75 δήλωσαν ότι αρρώστησαν μετά την εκδήλωση. Με βάση τον ορισμό κρούσματος που χρησιμοποίησαν οι ερευνητές, 65 άτομα κατατάχθηκαν ως περιστατικά της επιδημίας, εκ των οποίων πέντε επιβεβαιωμένα εργαστηριακά και 60 πιθανά. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις αποκλείστηκαν για διαφορετικούς λόγους, μεταξύ άλλων επειδή είχαν νοσήσει πριν από την εκδήλωση ή δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα χρονικά και κλινικά κριτήρια.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Προειδοποίηση δημόσιας υγείας για μολυσμένες πιπεριές – Δεκάδες ανακλήσεις προϊόντων, αγωγές και εκατοντάδες κρούσματα σαλμονέλας
Η εργαστηριακή διερεύνηση έδειξε ότι ο υπεύθυνος παράγοντας ήταν ο νοροϊός, και συγκεκριμένα ο γονότυπος GII.6. Ο ίδιος τύπος του ιού ανιχνεύθηκε σε δείγματα από πέντε ασθενείς που είχαν παραστεί στην εκδήλωση, αλλά και σε δείγμα από έναν εργαζόμενο τροφίμων.
Το στοιχείο που έστρεψε την έρευνα προς τον συγκεκριμένο εργαζόμενο ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Ο εργαζόμενος είχε εμφανίσει γαστρεντερική νόσο πέντε ημέρες πριν από την εκδήλωση. Στη συνέχεια προετοίμασε τις πιατέλες με φρέσκα φρούτα και τις πιατέλες με αλλαντικά και αποξηραμένα κρέατα που σερβιρίστηκαν στην εκδήλωση. Δεν εργάστηκε κατά τη διάρκεια της ίδιας της εκδήλωσης, αλλά είχε συμμετάσχει στην προετοιμασία των συγκεκριμένων τροφίμων.
Και εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης. Η προετοιμασία των τροφίμων έγινε δύο ημέρες μετά το προβλεπόμενο 48ωρο αποκλεισμού από την εργασία που ισχύει για εργαζομένους με εμετούς ή διάρροια. Με άλλα λόγια, είχαν περάσει περισσότερες από 96 ώρες από την υποχώρηση των συμπτωμάτων του όταν ο εργαζόμενος χειρίστηκε τα τρόφιμα. Τέσσερις ημέρες μετά την εκδήλωση, υποβλήθηκε σε εξέταση κοπράνων και βρέθηκε θετικός στον νοροϊό GII.6.
Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος παραβίασε τον κανόνα των 48 ωρών. Αντίθετα, η συγκεκριμένη περίπτωση δείχνει τα όρια που μπορεί να έχει ακόμη και ένα προβλεπόμενο διάστημα αποκλεισμού. Ο νοροϊός μπορεί να συνεχίσει να αποβάλλεται από τον οργανισμό για αρκετές εβδομάδες μετά τη λοίμωξη, ενώ οι υψηλότερες ποσότητες του ιού μπορεί να ανιχνεύονται μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Ο ιός χαρακτηρίζεται επίσης από πολύ χαμηλή μολυσματική δόση και μπορεί να μεταδοθεί εύκολα μέσω μολυσμένων χεριών, επιφανειών, τροφίμων και νερού.
Η έρευνα δεν περιορίστηκε στον εργαζόμενο. Οι υγειονομικές αρχές πραγματοποίησαν επιθεώρηση στους χώρους παρασκευής και αποθήκευσης τροφίμων, καθώς και στους χώρους πλυσίματος των χεριών. Δεν εντοπίστηκε κάποια περιοχή μη συμμόρφωσης στις εγκαταστάσεις. Οι ερευνητές συνέλεξαν επίσης οκτώ δείγματα τροφίμων, μεταξύ των οποίων τέσσερα δείγματα αλλαντικών και αποξηραμένων κρεάτων, τρία έτοιμα ντιπ και μία σάλτσα ταρτάρ.
Στα δείγματα τροφίμων δεν ανιχνεύθηκαν Salmonella ή Listeria monocytogenes, ενώ τα επίπεδα E. coli βρίσκονταν εντός των επιτρεπόμενων ορίων. Οι μετρήσεις του συνολικού μικροβιακού φορτίου ήταν επίσης εντός των αναμενόμενων ορίων, με εξαίρεση το τζατζίκι, το οποίο βρέθηκε στην οριακή κατηγορία, με 11.000.000 cfu ανά γραμμάριο. Τα τρόφιμα, ωστόσο, δεν εξετάστηκαν για νοροϊό, καθώς το εργαστήριο της ACT δεν διέθετε τη συγκεκριμένη δυνατότητα.
Παρά την απουσία εργαστηριακής ανίχνευσης του ιού στα τρόφιμα, τα επιδημιολογικά δεδομένα έδειξαν ισχυρή συσχέτιση με συγκεκριμένα τρόφιμα. Η κατανάλωση φρέσκων φρούτων συνδέθηκε με σημαντικά αυξημένη πιθανότητα νόσησης, με odds ratio 5,3 και 95% διάστημα εμπιστοσύνης 2,4–12,6. Αντίστοιχα, η κατανάλωση αλλαντικών ή αποξηραμένου κρέατος είχε odds ratio 2,7, με 95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,2–6,2. Και στις δύο περιπτώσεις η στατιστική συσχέτιση ήταν σημαντική.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι από τους ασθενείς που είχαν καταναλώσει τρόφιμα στον χώρο της εκδήλωσης, 61 από τους 64, δηλαδή περίπου το 95%, είχαν φάει τρόφιμα που είχαν παρασκευαστεί ειδικά για την εκδήλωση. Η κατανάλωση φαγητού από το εστιατόριο του χώρου, το οποίο λειτουργούσε παράλληλα και ήταν ανοιχτό στο κοινό, δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τη νόσηση.
Η εικόνα των συμπτωμάτων ήταν συμβατή με λοίμωξη από νοροϊό. Ο εμετός ήταν το συχνότερο σύμπτωμα, καθώς αναφέρθηκε από το 78% των κρουσμάτων, ενώ ακολούθησαν η ναυτία με 75% και ο κοιλιακός πόνος με 68%. Πάνω από τους μισούς ασθενείς ανέφεραν επίσης πονοκέφαλο, διάρροια και πυρετό. Κανένα από τα περιστατικά δεν παρουσίασε αίμα στα κόπρανα. Τέσσερα άτομα χρειάστηκε να επισκεφθούν τμήμα επειγόντων περιστατικών, χωρίς όμως να απαιτηθεί νοσηλεία.
Η διάμεση περίοδος επώασης, δηλαδή το διάστημα από την έκθεση έως την εμφάνιση των συμπτωμάτων, ήταν 37,8 ώρες, με εύρος από 6 έως 63 ώρες. Η διάμεση διάρκεια των συμπτωμάτων ήταν 27,3 ώρες, αν και τα στοιχεία για τη διάρκεια της νόσησης ήταν διαθέσιμα μόνο για 16 περιστατικά.
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης αν υπήρχε πιθανότητα η επιδημία να οφειλόταν σε μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο μεταξύ των παρευρισκομένων και όχι στα τρόφιμα. Δεν εντοπίστηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της νόσησης και της κοινωνικής επαφής των συμμετεχόντων πριν από την εκδήλωση. Αντίθετα, η κατανάλωση οποιουδήποτε φαγητού στην εκδήλωση παρουσίασε πολύ ισχυρή συσχέτιση με τη νόσηση, με odds ratio 57,8.
Η πηγή του κακού
Η συνολική εικόνα οδήγησε τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο νοροϊός μεταδόθηκε μέσω των πιατελών με φρέσκα φρούτα και αλλαντικά/αποξηραμένα κρέατα και ότι ο εργαζόμενος που είχε νοσήσει την προηγούμενη εβδομάδα ήταν η πιθανότερη πηγή της μόλυνσης. Η ταυτοποίηση του ίδιου γονότυπου GII.6 στον εργαζόμενο και στους ασθενείς ενίσχυσε αυτή την εκτίμηση.
Ωστόσο, η μελέτη αναδεικνύει και ένα δεύτερο ζήτημα. Παρότι ο χώρος διέθετε πολιτική αποκλεισμού εργαζομένων με γαστρεντερικά συμπτώματα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η πολιτική αυτή δεν εφαρμοζόταν με συνέπεια. Υπήρχαν αναφορές εργαζομένων που επέστρεφαν στην εργασία τους πριν συμπληρωθούν 48 ώρες από το τελευταίο σύμπτωμα γαστρεντερίτιδας.
Η συγκεκριμένη υπόθεση, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μια ιστορία για έναν «άρρωστο εργαζόμενο». Δείχνει ένα σημαντικό πρόβλημα στη διαχείριση του νοροϊού: ακόμη και όταν τηρείται το προβλεπόμενο διάστημα αποχής από την εργασία, ο κίνδυνος δεν μηδενίζεται. Η αποτελεσματική υγιεινή των χεριών, η αποφυγή άμεσου χειρισμού τροφίμων μετά από γαστρεντερίτιδα και η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων αποκλεισμού παραμένουν κρίσιμα μέτρα για τον περιορισμό της μετάδοσης.
Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι η συγκεκριμένη επιδημία προκάλεσε οικονομική επιβάρυνση περίπου 29.800 αυστραλιανών δολαρίων, ποσό που περιλάμβανε άμεσο ιατρικό κόστος, απώλεια παραγωγικότητας, καθώς και το κόστος πόνου και ταλαιπωρίας.
Επιστημονική πηγή: Kinnear C, Sloan-Gardner T, Waters N, Wansink V, Hudson L, Post J., Investigation of a norovirus outbreak at a catered social event, Australian Capital Territory, 2024, Communicable Diseases Intelligence, Vol. 50, 2026, DOI: 10.33321/cdi.2026.50.042.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.