© Cibum. Απαγορεύεται η ολική ή μερική αναπαραγωγή, αναδημοσίευση ή διασκευή του περιεχομένου και του φωτογραφικού υλικού. Κάθε παράβαση επισύρει τις προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία αστικές και ποινικές κυρώσεις.
Η καφεΐνη στα ζαχαρούχα αναψυκτικά μπορεί να παίζει έναν πολύ πιο σημαντικό ρόλο από αυτόν που φανταζόμαστε. Μπορεί να μην την αντιλαμβανόμαστε καν στη γεύση, όμως η επίδρασή της στον οργανισμό φαίνεται ότι μπορεί να μας κάνει να προτιμάμε ένα συγκεκριμένο ποτό και, τελικά, να πίνουμε περισσότερο. Και όταν αυτό το ποτό περιέχει μεγάλες ποσότητες ζάχαρης, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι και μεγαλύτερη πρόσληψη ζάχαρης.
Αυτό υποστηρίζει επιστημονικό άρθρο με τίτλο «Caffeine in sugar-sweetened beverages: A silent amplifier of preference and intake», που δημοσιεύθηκε στο Food Quality and Preference. Οι ερευνητές περιγράφουν την καφεΐνη ως έναν «σιωπηλό ενισχυτή» της προτίμησης και της κατανάλωσης ζαχαρούχων ποτών, συνδέοντας στοιχεία από προηγούμενες μελέτες για τη γεύση, τη δράση της καφεΐνης και την καταναλωτική συμπεριφορά.
Το παράδοξο ξεκινά από την ίδια τη γεύση. Η καφεΐνη είναι πικρή και σε νερό μπορεί να γίνει αντιληπτή ακόμη και σε σχετικά χαμηλές συγκεντρώσεις. Σε ένα αναψυκτικό τύπου cola, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Η ζάχαρη, η οξύτητα, το ανθρακικό και τα αρώματα καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό την πικράδα της. Έτσι, η ποσότητα καφεΐνης που περιέχουν συνήθως αυτά τα ποτά μπορεί να είναι αρκετή για να επιδράσει στον οργανισμό, χωρίς ο καταναλωτής να την ξεχωρίζει εύκολα στη γεύση.
Μπορεί, λοιπόν, η γλώσσα να μην «πιάνει» την καφεΐνη, αλλά ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται την επίδρασή της μετά την κατανάλωση. Η καφεΐνη δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, αυξάνοντας την εγρήγορση και περιορίζοντας προσωρινά το αίσθημα κόπωσης. Με την επανάληψη, ο εγκέφαλος μπορεί να αρχίσει να συνδέει αυτά τα αποτελέσματα με τη γεύση του ποτού που προηγήθηκε.
Με απλά λόγια, η χαρακτηριστική γεύση μιας cola μπορεί σταδιακά να γίνει ένα είδος «σήματος» για αυτό που ακολουθεί. Ο καταναλωτής μαθαίνει να συνδέει τη γλυκύτητα, το άρωμα και το ανθρακικό του συγκεκριμένου αναψυκτικού με την επίδραση της καφεΐνης. Αυτή η μαθημένη σύνδεση μπορεί, σύμφωνα με τους ερευνητές, να ενισχύει την προτίμηση και να ευνοεί την επαναλαμβανόμενη κατανάλωση.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι υπάρχουν ενδείξεις πως αυτό μεταφράζεται και σε πραγματικά περισσότερη κατανάλωση. Οι συγγραφείς παραπέμπουν σε προηγούμενη τυφλή, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή, στην οποία οι συμμετέχοντες λάμβαναν καφεϊνούχα ή μη καφεϊνούχα αναψυκτικά και τα κατανάλωναν στην καθημερινότητά τους για αρκετές εβδομάδες. Οι δύο εκδοχές αξιολογήθηκαν παρόμοια ως προς τη γεύση. Παρ’ όλα αυτά, οι συμμετέχοντες που λάμβαναν το αναψυκτικό με καφεΐνη κατανάλωσαν σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα. Πρόκειται για ένα εύρημα που ενισχύει την υπόθεση ότι η καφεΐνη δεν χρειάζεται να γίνεται αντιληπτή στη γεύση για να επηρεάζει τη συμπεριφορά.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση: η σχέση της καφεΐνης με την ίδια τη ζάχαρη που περιέχει ένα αναψυκτικό. Σε προηγούμενη έρευνα που επικαλούνται οι συγγραφείς, η αφαίρεση της καφεΐνης επέτρεψε να μειωθεί ταυτόχρονα η σακχαρόζη κατά 10,3%, χωρίς να αλλάξει αισθητά η γεύση του ποτού. Οι ερευνητές ονόμασαν το φαινόμενο «caffeine-calorie effect». Η παρατήρηση αυτή δημιουργεί την πιθανότητα η παρουσία καφεΐνης να ευνοεί ελαφρώς πιο γλυκές συνθέσεις σε ορισμένα προϊόντα.
Σημαίνουν όλα αυτά ότι η καφεΐνη προκαλεί «εθισμό στη ζάχαρη»; Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η καφεΐνη μπορεί να προκαλέσει σωματική εξάρτηση σε ανθρώπους που την καταναλώνουν συστηματικά, ενώ η απότομη διακοπή της μπορεί να συνοδευτεί από συμπτώματα όπως πονοκέφαλος, κόπωση και δυσκολία συγκέντρωσης. Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με απόδειξη εθισμού στη ζάχαρη ή στα αναψυκτικά.
Το μήνυμα της επιστημονικής εργασίας είναι διαφορετικό και πιο συγκεκριμένο. Η καφεΐνη μπορεί να λειτουργεί στο παρασκήνιο: να μην αλλάζει εμφανώς τη γεύση του αναψυκτικού, αλλά να ενισχύει τη σύνδεση του εγκεφάλου με αυτό και να ευνοεί την επαναλαμβανόμενη κατανάλωσή του. Αν αυτό σημαίνει ότι τελικά πίνουμε περισσότερο ζαχαρούχο αναψυκτικό, τότε η καφεΐνη μπορεί να αυξάνει έμμεσα και την ποσότητα ζάχαρης που καταναλώνουμε.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς ξεκαθαρίζουν ότι το επιχείρημά τους δεν είναι πως η καφεΐνη είναι από μόνη της επιβλαβής στις ποσότητες που συναντώνται συνήθως στα αναψυκτικά. Υποστηρίζουν, όμως, ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα συστατικό που συμβάλλει στη γεύση, αλλά ως ένας παράγοντας που μπορεί να ενισχύει την προτίμηση και την κατανάλωση και, μαζί με αυτές, τη συνολική έκθεση στη ζάχαρη. Γι’ αυτό θεωρούν ότι οι αισθητηριακές και συμπεριφορικές επιδράσεις της καφεΐνης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη σύνθεση των προϊόντων, στην επισήμανση, στις διατροφικές συστάσεις και στις σχετικές πολιτικές.