Επιστήμονες ανέλυσαν 62 φυτικά γιαούρτια από τέσσερις μεγάλες αλυσίδες και κατέγραψαν μεγάλες διαφορές στη θρεπτική τους αξία
Τα φυτικά γιαούρτια έχουν αποκτήσει σημαντική θέση στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ τα τελευταία χρόνια, καθώς όλο και περισσότεροι καταναλωτές αναζητούν εναλλακτικές λύσεις αντί των γαλακτοκομικών προϊόντων. Ωστόσο, νέα μελέτη δείχνει ότι δεν έχουν όλα τα φυτικά γιαούρτια την ίδια διατροφική αξία και ότι η επιλογή της πρώτης ύλης παίζει καθοριστικό ρόλο στη θρεπτική τους σύνθεση.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Poznan University of Medical Sciences στην Πολωνία και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients. Οι ερευνητές κατέγραψαν και ανέλυσαν 62 φυτικά προϊόντα τύπου γιαουρτιού που πωλούνται από 8 καταστήματα τεσσάρων μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ (Lidl, Auchan, Biedronka και Kaufland) εξετάζοντας τη θρεπτική τους σύσταση, τον εμπλουτισμό τους με βιταμίνες και μέταλλα, καθώς και τον βαθμό επεξεργασίας τους. Από τα 62 προϊόντα, τα 49 ήταν προϊόντα με γεύσεις φρούτων και τα 13 φυσικά ή σκέτα. Η καρύδα αποτελούσε τη συνηθέστερη βάση παραγωγής, καθώς χρησιμοποιούνταν στο 54,8% των προϊόντων. Ακολουθούσαν η σόγια με 24,2% και η βρώμη με 11,3%.
Η ανάλυση έδειξε ότι τα προϊόντα με βάση τη σόγια είχαν τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη. Στα προϊόντα με γεύσεις φρούτων η μέση περιεκτικότητα έφθανε τα 3,7 γραμμάρια πρωτεΐνης ανά 100 γραμμάρια, επίπεδο που προσεγγίζει εκείνο του συμβατικού γαλακτοκομικού γιαουρτιού. Αντίθετα, τα προϊόντα με βάση την καρύδα περιείχαν περίπου 0,7 γραμμάρια πρωτεΐνης ανά 100 γραμμάρια. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι τα προϊόντα καρύδας είχαν σημαντικά υψηλότερη περιεκτικότητα σε ολικά και κορεσμένα λιπαρά. Στα προϊόντα με φρούτα, η μέση περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά ήταν περίπου δεκαπλάσια σε σχέση με τα αντίστοιχα προϊόντα σόγιας.
Σημαντικές διαφορές καταγράφηκαν και στα σάκχαρα. Τα προϊόντα με γεύσεις φρούτων περιείχαν κατά μέσο όρο 7,6 γραμμάρια σακχάρων ανά 100 γραμμάρια, ενώ τα φυσικά προϊόντα μόλις 0,6 γραμμάρια. Οι διαφορές αυτές αποδίδονται κυρίως στην προσθήκη παρασκευασμάτων φρούτων και γλυκαντικών συστατικών. Ένα ακόμη εύρημα αφορά τον εμπλουτισμό με μικροθρεπτικά συστατικά. Μόλις το 37,1% των προϊόντων ήταν εμπλουτισμένο με τουλάχιστον ένα θρεπτικό συστατικό. Το ασβέστιο ήταν το συχνότερο πρόσθετο, ακολουθούμενο από τη βιταμίνη D και τη βιταμίνη Β12. Παρόλα αυτά, η πλειονότητα των προϊόντων δεν παρείχε επίπεδα ασβεστίου και βιταμίνης Β12 αντίστοιχα με εκείνα που συναντώνται στο συμβατικό γιαούρτι.
Οι ερευνητές συνέκριναν τα φυτικά προϊόντα με τυπικές τιμές θρεπτικών συστατικών του γαλακτοκομικού γιαουρτιού. Η σύγκριση έδειξε ότι μόνο μικρό ποσοστό των φυτικών προϊόντων κατάφερε να πλησιάσει τις αντίστοιχες τιμές σε πρωτεΐνη, ασβέστιο και βιταμίνη Β12. Τα προϊόντα σόγιας ήταν εκείνα που πλησίαζαν περισσότερο το διατροφικό προφίλ του συμβατικού γιαουρτιού. Η μελέτη κατέγραψε επίσης ότι το 93,5% των προϊόντων ταξινομήθηκε στην κατηγορία NOVA 4, δηλαδή στα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, εξαιτίας της χρήσης πρόσθετων συστατικών και τεχνολογικών επεξεργασιών που απαιτούνται για τη δημιουργία της επιθυμητής υφής και σταθερότητας.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι πως, η διατροφική ποιότητα των φυτικών γιαουρτιών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πρώτη ύλη και τον εμπλουτισμό τους. Η σόγια είναι η καλύτερη επιλογή από διατροφική άποψη, τα προϊόντα με βάση την καρύδα έχουν τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα, τα γιαούρτια με φρούτα περιέχουν πολύ περισσότερα σάκχαρα και η ενίσχυση με βιταμίνες και μέταλλα είναι ανεπαρκής. Τέλος τα περισσότερα είναι υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα. Γενικά τα φυτικά γιαούρτια δεν μπορούν να θεωρούνται αυτόματα ισοδύναμα υποκατάστατα των γαλακτοκομικών και η ανάγνωση της διατροφικής ετικέτας παραμένει απαραίτητη για την αξιολόγηση της θρεπτικής τους αξίας.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2072-6643/18/11/1739