Επιστημονική μελέτη συνδέει την κατανάλωση ψωμιού με αύξηση βάρους και μείωση του μεταβολισμού, ακόμη και χωρίς περισσότερες θερμίδες
Γιατί παχαίνει το ψωμί; Νεότερα δεδομένα από πειραματική επιστημονική μελέτη επιχειρούν να δώσουν απάντηση σε ένα ερώτημα που απασχολεί τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη διατροφή. Μελέτη με τίτλο «Wheat Flour Intake Promotes Weight Gain and Metabolic Changes in Mice», που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Nutrition & Food Research, εξέτασε τις επιπτώσεις της κατανάλωσης αλεύρου σίτου στον μεταβολισμό και το σωματικό βάρος σε πειραματόζωα. Οι ερευνητές, διερεύνησαν κατά πόσο υδατάνθρακες όπως το ψωμί, το σιτάρι και το ρύζι επηρεάζουν την ενεργειακή ισορροπία και τη ρύθμιση του βάρους. Το ερευνητικό ενδιαφέρον προκύπτει από το γεγονός ότι τρόφιμα όπως το ψωμί, το ρύζι και τα ζυμαρικά αποτελούν βασικό στοιχείο της καθημερινής διατροφής, ενώ οι αντιλήψεις ότι «το ψωμί παχαίνει» ή ότι «οι υδατάνθρακες πρέπει να περιορίζονται» παραμένουν διαδεδομένες, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί αν αυτό οφείλεται στα ίδια τα τρόφιμα ή στις συνολικές διατροφικές συνήθειες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μαζική ανάκληση ψωμιού και αρτοσκευασμάτων – “Επέλαση” τρωκτικών σε μεγάλη αρτοβιομηχανία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανάκληση γνωστής ενυδατικής κρέμας προσώπου – Δείτε φωτογραφία και κωδικό παρτίδας
Στο πειραματικό μοντέλο, τα ποντίκια χωρίστηκαν σε διαφορετικές ομάδες διατροφής, με συνδυασμούς τυπικής τροφής, ψωμιού, αλεύρου σίτου, αλεύρου ρυζιού και δίαιτας υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Καταγράφηκαν μεταβολές στο σωματικό βάρος, την ενεργειακή δαπάνη, τους μεταβολίτες του αίματος και τη γονιδιακή έκφραση στο ήπαρ.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πέντε χρόνια κρούσματα σαλμονέλας σε δύο παιδικούς σταθμούς – Η απίθανη αιτία που περνούσε απαρατήρητη
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα πειραματόζωα, ανέπτυξαν έντονη προτίμηση στους υδατάνθρακες και σε πολλές περιπτώσεις περιόρισαν σημαντικά την κατανάλωση της βασικής τροφής. Υπό αυτές τις συνθήκες, παρατηρήθηκε αύξηση του σωματικού βάρους και της λιπώδους μάζας, παρά το γεγονός ότι η συνολική θερμιδική πρόσληψη δεν αυξήθηκε σημαντικά. Αντίστοιχη αύξηση βάρους καταγράφηκε και στην ομάδα που κατανάλωνε αλεύρι ρυζιού.
Ένα από τα βασικά ευρήματα αφορά τη μείωση της ενεργειακής δαπάνης. Η ανάλυση με έμμεση θερμιδομετρία έδειξε ότι η αύξηση βάρους δεν οφείλεται σε υπερκατανάλωση τροφής, αλλά σε μείωση του μεταβολικού ρυθμού. Παρότι τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας παρέμειναν παρόμοια, η κατανάλωση αλεύρου σίτου συνδέθηκε με χαμηλότερη ενεργειακή κατανάλωση από τον οργανισμό .
Παράλληλα, η ανάλυση του αίματος αποκάλυψε αυξημένα επίπεδα λιπαρών οξέων και μείωση βασικών αμινοξέων, στοιχείο που υποδηλώνει μεταβολικές αλλαγές προς τη σύνθεση και αποθήκευση λίπους. Στο ήπαρ καταγράφηκε συσσώρευση λίπους και αυξημένη έκφραση γονιδίων που σχετίζονται με τη λιπογένεση και τη μεταφορά λιπιδίων.
Η διακοπή της κατανάλωσης αλεύρου σίτου οδήγησε σε ταχεία βελτίωση της κατάστασης. Η αύξηση βάρους σταμάτησε και οι μεταβολικές διαταραχές υποχώρησαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα , γεγονός που υποδηλώνει ότι η αλλαγή διατροφής μπορεί να συμβάλει στον έλεγχο του σωματικού βάρους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παρατήρηση ότι τα ποντίκια που κατανάλωναν ταυτόχρονα δίαιτα υψηλή σε λιπαρά και αλεύρι σίτου παρουσίασαν μικρότερη αύξηση βάρους σε σχέση με εκείνα που κατανάλωναν λιπαρά μαζί με την τυπική τροφή, γεγονός που αποδόθηκε σε μείωση της συνολικής πρόσληψης θερμίδων λόγω αλλαγής διατροφικών επιλογών.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα ευρήματα δεν υποδεικνύουν απαραίτητα ειδική επίδραση του σίτου, αλλά ενδέχεται να σχετίζονται με τη γενικότερη προτίμηση στους υδατάνθρακες και τις μεταβολικές αλλαγές που αυτή προκαλεί. Η κατανάλωση τέτοιων τροφίμων φαίνεται να επηρεάζει όχι μόνο το τι και πόσο τρώγεται, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός χρησιμοποιεί την ενέργεια.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι επόμενος στόχος είναι η διερεύνηση των ίδιων μηχανισμών σε ανθρώπους, καθώς και η εξέταση του ρόλου παραγόντων όπως τα ολικής άλεσης προϊόντα, η περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, οι συνδυασμοί με πρωτεΐνες και λιπαρά, καθώς και οι μέθοδοι επεξεργασίας και ο χρόνος κατανάλωσης των τροφίμων. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε ποντίκια και τα αποτελέσματα δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στον άνθρωπο. Ωστόσο, τα δεδομένα αναδεικνύουν έναν πιθανό μηχανισμό μέσω του οποίου τρόφιμα πλούσια σε επεξεργασμένους υδατάνθρακες επηρεάζουν τον μεταβολισμό και τη ρύθμιση του σωματικού βάρους.