Νέα ελληνική μελέτη εξετάζει πώς η πολυετής τήρηση της ορθόδοξης νηστείας επηρεάζει τη διατροφή, τους δείκτες υγείας και τις συνήθειες ενηλίκων με αυξημένο βάρος, φωτίζοντας τις σχέσεις ανάμεσα στην πίστη, τη διατροφή και τη σύγχρονη ιατρική
Μια εκτεταμένη μελέτη από τρία ελληνικά πανεπιστήμια —την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος— διερεύνησε πώς η τήρηση της νηστείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας επηρεάζει τη διατροφή και τους δείκτες υγείας ενηλίκων με αυξημένο δείκτη μάζας σώματος. Οι ερευνητές ανέλυσαν τη διατροφική πρόσληψη και τα βιοχημικά χαρακτηριστικά 228 ατόμων με υπέρβαρο ή παχυσαρκία, εκ των οποίων οι μισοί περίπου νήστευαν συστηματικά για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Nutrients.
Η ορθόδοξη νηστεία, η οποία περιλαμβάνει αποχή από το κρέας, τα γαλακτοκομικά και τα αυγά για περίπου 180 έως 200 ημέρες τον χρόνο, θεωρείται μια μορφή περιοδικής χορτοφαγίας με έντονη ομοιότητα προς τη μεσογειακή διατροφή. Η έρευνα στόχευσε να διαπιστώσει εάν αυτή η μακροχρόνια πρακτική επηρεάζει το σωματικό βάρος, τη σύσταση σώματος και βασικούς δείκτες υγείας όπως η πίεση, η γλυκόζη και τα επίπεδα βιταμινών και μετάλλων.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ποσοστά υπέρβαρου και παχυσαρκίας δεν διέφεραν ουσιαστικά μεταξύ νηστευόντων και μη νηστευόντων. Ωστόσο, τα άτομα που νήστευαν εμφάνιζαν σαφώς χαμηλότερες τιμές αρτηριακής πίεσης και καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση. Οι μη νηστεύοντες κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες κορεσμένων και πολυακόρεστων λιπαρών, πρωτεΐνης, ζάχαρης και χοληστερόλης, ενώ οι νηστευτές είχαν πιο περιορισμένη πρόσληψη λίπους και ζωικών προϊόντων. Παράλληλα, παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα φυλλικού οξέος στο αίμα, αλλά χαμηλότερα επίπεδα φωσφόρου και γλυκόζης νηστείας.
Στη διατροφική ανάλυση καταγράφηκαν ευδιάκριτα πρότυπα: οι νηστευτές κατανάλωναν περισσότερα ψάρια, όσπρια και φυτικά τρόφιμα, ενώ οι μη νηστευτές προτιμούσαν κρέας, γαλακτοκομικά και αλκοόλ. Ωστόσο, οι νηστευτές παρουσίασαν μειωμένη πρόσληψη ορισμένων σημαντικών μικροθρεπτικών συστατικών, όπως οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β, το ασβέστιο, ο ψευδάργυρος και το σίδηρο. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτή η διατροφική ανεπάρκεια δεν οδηγεί απαραίτητα σε κλινικά προβλήματα, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για ορισμένες ομάδες, ειδικά για άτομα με παχυσαρκία ή γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.
Παρά τις διαφορές στα θρεπτικά στοιχεία, η συνολική εικόνα υγείας των νηστευτών θεωρείται πιο ευνοϊκή. Το χαμηλότερο λίπος και νάτριο στη διατροφή τους, σε συνδυασμό με υψηλότερη κατανάλωση αντιοξειδωτικών τροφών, φαίνεται να συμβάλλουν στη μείωση της πίεσης και τη βελτίωση των μεταβολικών δεικτών. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει ως φυσική «αποτοξίνωση» του οργανισμού, ευνοώντας την καρδιομεταβολική υγεία χωρίς να προκαλεί σημαντική απώλεια βάρους.
Ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι οι μη νηστευτές δήλωσαν πως ασκούνται περισσότερο, ωστόσο η αρτηριακή τους πίεση ήταν υψηλότερη. Αυτό υποδηλώνει ότι η ποιότητα της διατροφής μπορεί να παίζει σημαντικότερο ρόλο από τη φυσική δραστηριότητα στη ρύθμιση της πίεσης, τουλάχιστον σε άτομα με αυξημένο βάρος. Οι ερευνητές θεωρούν ότι το χαμηλό νάτριο και οι φυτοχημικές ουσίες από φρούτα, λαχανικά και όσπρια ίσως έχουν προστατευτική επίδραση.
Η μελέτη εντοπίζει και κάποιους πιθανούς κινδύνους: η χαμηλή πρόσληψη βιταμίνης Β12, ασβεστίου και σιδήρου μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε ελλείψεις αν δεν υπάρχει ισορροπημένη πρόσληψη μέσω εμπλουτισμένων τροφών ή συμπληρωμάτων. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα οφέλη της νηστείας υπερτερούν, καθώς η διατροφή των νηστευτών παραμένει πλούσια σε φυτικές ίνες, αντιοξειδωτικά και πολυακόρεστα λιπαρά, παράγοντες που σχετίζονται με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιοπαθειών και διαβήτη τύπου 2.
Η επιστημονική ομάδα υπογραμμίζει ότι, αν και η νηστεία δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το σωματικό βάρος, ενισχύει δείκτες μεταβολικής υγείας και προσφέρει μια διατροφική προσέγγιση με πολιτισμικό και περιβαλλοντικό υπόβαθρο. Επίσης, οι ερευνητές προτείνουν την ανάγκη περαιτέρω μελετών σε μεγαλύτερα δείγματα και για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, ώστε να επιβεβαιωθούν οι παρατηρούμενες συσχετίσεις και να καθοριστούν οι ακριβείς μηχανισμοί δράσης.
Συνολικά, η μελέτη καταλήγει ότι η νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ως διατροφική πρακτική, συνδέεται με βελτιωμένο προφίλ γλυκόζης και πίεσης, χαμηλότερη πρόσληψη λιπαρών και πιο υγιεινές επιλογές τροφίμων. Παρά τις πιθανές ελλείψεις σε ορισμένες βιταμίνες και μέταλλα, μπορεί να θεωρηθεί ένα πρότυπο διατροφής με οφέλη για την καρδιομεταβολική υγεία, εφόσον τηρείται ισορροπημένα και με σωστή καθοδήγηση.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2072-6643/17/20/3308
Αναφορά: Ροδοπαίος, Νικόλαος Ε., Αικατερίνη Αποστολοπούλου, Αλεξάνδρα-Αικατερίνη Κουλούρη, Σουσάνα Κ. Παπαδοπούλου, Πέτρος Σκεπαστιανός, Μαρία Χασαπίδου, Ζωή Τσίμτσιου, και Αντώνης Γ. Καφάτος. 2025. “Is There a Difference in Overweight and Obesity Between Christian Orthodox Fasters and Non Fasters; A Cross-Sectional Study in Northern Greece”
Nutrients 17, αρ. 20: 3308. https://doi.org/10.3390/nu17203308