Νέα έρευνα ρίχνει φως σε όσα συμβαίνουν έξω από τις πόρτες των ΜΕΘ, εκεί όπου η αναμονή μετατρέπεται σε σιωπηλή ψυχολογική δοκιμασία
Μια νέα ελληνική μελέτη από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Healthcare, φέρνει στο φως μια λιγότερο συζητημένη πτυχή της εμπειρίας των συγγενών ασθενών σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ): την εχθρότητα. Οι συγγενείς βιώνουν έντονο άγχος και φόβο για τη ζωή του ασθενούς, ωστόσο, πίσω από τα φανερά συναισθήματα κρύβεται συχνά θυμός ή ενοχή. Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων από το Εργαστήριο Επιστημονικής Ψυχολογίας και Εξατομικευμένης Φροντίδας, δείχνει ότι αυτά τα συναισθήματα δεν είναι απλώς παροδικά ξεσπάσματα, αλλά μηχανισμοί ψυχικής άμυνας απέναντι στην αβεβαιότητα και την απώλεια ελέγχου.
Η μελέτη διεξήχθη σε 215 συγγενείς ασθενών που νοσηλεύονταν στη ΜΕΘ του νοσοκομείου Ιωαννίνων, από τον Ιούνιο του 2018 έως τον Δεκέμβριο του 2019. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από διαφορετικά κοινωνικά και εκπαιδευτικά περιβάλλοντα και αξιολογήθηκαν με ειδικά ψυχομετρικά εργαλεία που μετρούν την εξωστρεφή και εσωστρεφή εχθρότητα. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν δύο χαρακτηριστικά μοτίβα αντίδρασης: στους νεότερους άνδρες κυριάρχησε η εξωτερικευμένη επιθετικότητα, ενώ στους συγγενείς με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο εκδηλώθηκε μια πιο εσωτερικευμένη μορφή, που μεταφράζεται σε ενοχές και αυτοκριτική.
Οι ερευνητές εξηγούν ότι η εχθρότητα δεν πρέπει να ερμηνεύεται απλώς ως αντίδραση ή σύγκρουση με το ιατρικό προσωπικό, αλλά ως προσπάθεια ψυχικής επιβίωσης. Ο θυμός προς το περιβάλλον μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας, ενώ η ενοχή να εκφράζει την ανάγκη συμμετοχής και ελέγχου σε μια κατάσταση που μοιάζει ανεξέλεγκτη. Η εχθρότητα, λοιπόν, είναι μια μορφή άμυνας που κρύβει φόβο και αγάπη για τον ασθενή.
Η μελέτη δείχνει ότι οι άνδρες νεότερης ηλικίας είναι πιο επιρρεπείς σε εξωτερικές εκδηλώσεις θυμού — λεκτικές ή σωματικές — μέσα στο περιβάλλον της ΜΕΘ. Από την άλλη πλευρά, οι συγγενείς με χαμηλότερη εκπαίδευση βιώνουν έντονη εσωτερική πίεση και τάση αυτομομφής, συχνά θεωρώντας πως θα μπορούσαν να είχαν κάνει κάτι διαφορετικό για να αποτρέψουν την κρίσιμη κατάσταση του αγαπημένου τους. Αυτές οι δύο διαφορετικές διαδρομές ψυχολογικής ευαλωτότητας υποδεικνύουν ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με το προφίλ του κάθε συγγενή.
Οι ερευνητές προτείνουν εκπαίδευση του προσωπικού της ΜΕΘ σε δεξιότητες συναισθηματικής επικοινωνίας και ψυχοδυναμικής κατανόησης. Μικρές, στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως η έγκαιρη ενημέρωση, η ενσυναίσθηση και η μη επικριτική στάση, μπορούν να μειώσουν τις συγκρούσεις και να ενισχύσουν τη συνεργασία. Για τους νεότερους άνδρες συγγενείς, η ήρεμη και σαφής επικοινωνία είναι κρίσιμη, ενώ για τις οικογένειες με χαμηλότερη εκπαίδευση, απλές και καθησυχαστικές εξηγήσεις βοηθούν στη μείωση του άγχους και της ενοχής.
Η μελέτη από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων υπογραμμίζει ότι ο χώρος αναμονής της ΜΕΘ δεν είναι απλώς ένα μέρος αναμονής αλλά ένα πεδίο έντονου ψυχικού αγώνα. Εκεί όπου ο θυμός συχνά κρύβει φόβο και η ενοχή μεταμφιέζεται σε αγάπη, η κατανόηση των συναισθημάτων αυτών μπορεί να μετατρέψει τη σύγκρουση σε συμπόνια και την ψυχική επιβίωση σε ουσιαστική ανθρώπινη επαφή.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2227-9032/13/20/2650
Αναφορά: Κωνσταντή, Ζωή, Φώτιο Τάτση, Κωνσταντίνο Σταμάτη, Φωτεινή Βερονίκη, Γεώργιο Παπαθανάκο, Βασίλειο Κουλούρα, και Μαίρη Γκούβα. 2025. «Εχθρότητα στην αίθουσα αναμονής της ΜΕΘ: Εξωτιμωρητικές και ενδοτιμωρητικές αντιδράσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας»
Healthcare 13, αρ. 20: 2650. https://doi.org/10.3390/healthcare13202650