Οι γεωπόνοι του ΥΠΑΑΤ καλούν τους παραγωγούς να παρακολουθούν στενά τους ελαιώνες και να λαμβάνουν έγκαιρα μέτρα για την αντιμετώπιση πυρηνοτρήτη, ρυγχίτη και κοκκοειδών
Αυξημένη προσοχή καλούνται να επιδείξουν οι ελαιοπαραγωγοί της Κεντρικής Ελλάδας απέναντι στον πυρηνοτρήτη, αλλά και σε δευτερεύοντες εχθρούς της ελιάς όπως ο ρυγχίτης, τα κοκκοειδή και η μαργαρόνια, σύμφωνα με τα νεότερα τεχνικά δελτία γεωργικών προειδοποιήσεων του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών Βόλου. Η φετινή ανθοφορία ολοκληρώθηκε αργότερα σε σχέση με πέρυσι, εξέλιξη που αποδίδεται στις χαμηλότερες θερμοκρασίες του Απριλίου και του Μαΐου. Η καρπόδεση εξελίχθηκε ομαλά, χωρίς σημαντικές καιρικές παρεμβάσεις, ενώ το μέγεθος των καρπιδίων διαφοροποιείται ανάλογα με την περιοχή και τον χρόνο άνθησης.
Οι γεωπόνοι επισημαίνουν ότι έχει ξεκινήσει η πτήση της καρπόβιας γενιάς του πυρηνοτρήτη, του σημαντικότερου εντόμου που απειλεί την παραγωγή ελιάς κατά τη θερινή περίοδο. Οι συλλήψεις ακμαίων στις φερομονικές παγίδες εμφανίζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις ακόμη και μεταξύ γειτονικών περιοχών της Φθιώτιδας και της Θεσσαλίας, γεγονός που καθιστά αναγκαία την παρακολούθηση κάθε ελαιώνα ξεχωριστά. Η καρπόβια γενιά αναπτύσσεται αποκλειστικά στο εσωτερικό του ελαιοκάρπου και ιδιαίτερα στον πυρήνα. Οι προνύμφες προκαλούν καρπόπτωση τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο, με αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες παραγωγής. Οι ειδικοί τονίζουν ότι οι προσβεβλημένοι καρποί αποτελούν οριστική απώλεια, καθώς δεν μπορούν να αναπληρωθούν από το δέντρο.
Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του εντόμου συστήνεται συνεχής έλεγχος των παγίδων και εφαρμογή εγκεκριμένων σκευασμάτων όταν παρατηρείται αύξηση των συλλήψεων και τα περισσότερα καρπίδια έχουν διάμετρο 4 έως 5 χιλιοστά. Η ανάγκη επανάληψης των επεμβάσεων εξαρτάται από την ένταση των συλλήψεων, τη διάρκεια δράσης του σκευάσματος, τον ρυθμό ανάπτυξης του καρπού και τις καιρικές συνθήκες. Στο νεότερο δελτίο του Ιουνίου καταγράφεται ότι οι συλλήψεις του πυρηνοτρήτη διατηρούνται πλέον σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, ένδειξη ότι η πτήση της ανθόβιας γενιάς ολοκληρώνεται. Παρ’ όλα αυτά, οι παραγωγοί καλούνται να συνεχίσουν την παρακολούθηση των παγίδων και να προστατεύσουν τους καρπούς όπου διαπιστώνεται αξιόλογη δραστηριότητα του εντόμου.
Παράλληλα, σε ελαιώνες όπου δεν εφαρμόστηκε έγκαιρη ή αποτελεσματική καταπολέμηση του πυρηνοτρήτη, παρατηρούνται προσβολές από ρυγχίτη. Το μικρό αυτό σκαθάρι θεωρείται δευτερεύων εχθρός της ελιάς, ωστόσο όταν εμφανίζεται σε υψηλούς πληθυσμούς μπορεί να προκαλέσει σημαντική καρπόπτωση. Τα ακμαία τρέφονται από τη σάρκα των νεαρών καρπών και δημιουργούν χαρακτηριστικές οπές διατροφής και ωοτοκίας, ενώ οι προνύμφες αναπτύσσονται στο εσωτερικό του καρπού. Οι γεωπόνοι συνιστούν ιδιαίτερη επιτήρηση σε ελαιώνες που παρουσίασαν έντονες προσβολές τα δύο προηγούμενα χρόνια. Ο έλεγχος μπορεί να γίνεται με τίναγμα κλάδων πάνω από κατάλληλους υποδοχείς κατά τις πρωινές ώρες από τον Απρίλιο έως την ολοκλήρωση της καρπόδεσης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα κοκκοειδή, όπως το λεκάνιο, η πολλίνια, η παρλατόρια και ο λευκάσπις. Πρόκειται για μυζητικά έντομα που συνήθως δεν προκαλούν σοβαρά προβλήματα, όμως υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορούν να αναπτύξουν μεγάλους πληθυσμούς και να επηρεάσουν σημαντικά την παραγωγή. Η ανάπτυξή τους ευνοείται σε πυκνούς και απεριποίητους ελαιώνες, όπου περιορίζεται η ηλιοφάνεια και ο αερισμός. Σύμφωνα με τις οδηγίες των ειδικών, η βασική άμυνα απέναντι στα κοκκοειδή παραμένει η σωστή καλλιεργητική πρακτική. Το κατάλληλο κλάδεμα για καλύτερο φωτισμό και αερισμό της κόμης, καθώς και η ισορροπημένη θρέψη των δέντρων, συμβάλλουν σημαντικά στον περιορισμό των πληθυσμών τους. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η συχνή χρήση εντομοκτόνων ευρέος φάσματος μπορεί να καταστρέψει τους φυσικούς εχθρούς των κοκκοειδών και να ευνοήσει την εξάπλωσή τους.
Στο δελτίο περιλαμβάνεται επίσης αναφορά στη μαργαρόνια, έντομο που προσβάλλει κυρίως τη νεαρή βλάστηση της ελιάς. Σε αναπτυγμένα δέντρα οι ζημιές είναι συνήθως περιορισμένες, όμως σε φυτώρια και νεαρούς ελαιώνες οι πληθυσμιακές εξάρσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες. Οι ψεκασμοί συνιστώνται μόνο όταν διαπιστώνεται έντονη προσβολή, καθώς το έντομο διαθέτει σημαντικό αριθμό φυσικών εχθρών που συχνά συγκρατούν αποτελεσματικά τους πληθυσμούς του. Οι υπηρεσίες φυτοπροστασίας υπενθυμίζουν ότι κατά την εφαρμογή φυτοπροστατευτικών προϊόντων πρέπει να τηρούνται αυστηρά οι εγκεκριμένες οδηγίες χρήσης, ενώ οι ψεκασμοί με μελισσοτοξικά σκευάσματα πρέπει να αποφεύγονται κατά την περίοδο της άνθησης και, όπου είναι αναγκαίοι, να πραγματοποιούνται κατά τις απογευματινές ώρες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Ελλάδα: Θωρακίστε την επιχείρησή σας από κακόβουλες ενέργειες – Διαδικτυακό σεμινάριο Food Defence από TÜV NORD Hellas και cibum
- Ασφάλεια τροφίμων στην ΕΕ: Καταγγελία κατά της Κομισιόν για «εκπτώσεις» στην ασφάλεια χάριν μείωσης του κόστους
