Νέο παγκόσμιο επιστημονικό πόρισμα, βασισμένο σε δεδομένα του FAO από το 1895 έως το 2021, αποκαλύπτει τη μαζική επίδραση της τράτας βυθού σε χιλιάδες είδη και την εκτεταμένη αλιεία απειλούμενων οργανισμών χωρίς επαρκή καταγραφή.
Η αλιεία με τράτα βυθού, μια πρακτική που εφαρμόζεται εδώ και περίπου 150 χρόνια, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας διεθνούς επιστημονικής μελέτης που προκαλεί έντονη ανησυχία για το μέλλον των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μέθοδος αυτή δεν κάνει καμία διάκριση ανάμεσα στα είδη: τεράστια δίχτυα σαρώνουν τον πυθμένα, καταστρέφοντας τα ενδιαιτήματα και συλλέγοντας κάθε μορφή ζωής που συναντούν.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Reviews in Fish Biology and Fisheries, αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες καταγραφές που έχουν γίνει ποτέ. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 236 αρχεία του FAO, τα οποία καλύπτουν χρονικό διάστημα από το 1895 έως το 2021. Τα στοιχεία περιλάμβαναν πληροφορίες για περιοχές αλιείας, μεγέθη ψαριών, τύπους αλιευτικών εργαλείων, καθώς και την κατάσταση διατήρησης των ειδών σύμφωνα με την Κόκκινη Λίστα της IUCN.
Συνολικά καταγράφηκαν περισσότερες από 9.600 αναφορές που αφορούν σχεδόν 3.000 διαφορετικά είδη, καλύπτοντας πάνω από 1.000 γένη, 330 οικογένειες και 75 τάξεις. Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά: σε περίπου ένα τρίτο των οικογενειών, σχεδόν τα μισά είδη έχουν αλιευθεί με τράτα, ενώ από αυτά τουλάχιστον ένα στα επτά θεωρείται απειλούμενο με εξαφάνιση. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι για περίπου το 25% των ειδών δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πραγματική έκταση του προβλήματος μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη.
Ανάμεσα στα πιο ευάλωτα είδη που επηρεάζονται συγκαταλέγονται ιππόκαμποι, ο γιγάντιος κιθαρόψαρος, ο καρχαρίας-ζέβρα, αλλά και εμπορικά σημαντικά είδη όπως οι καραγκίδες και τα κοκκινόψαρα. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος των αλιευμάτων χαρακτηρίζεται ως «παρεμπίπτον αλίευμα», δηλαδή είδη που δεν αποτελούν στόχο της αλιείας και συχνά απορρίπτονται. Πρόκειται κυρίως για μικρόσωμα ψάρια που στο 95% των περιπτώσεων δεν είναι εμπορεύσιμα, αλλά παρ’ όλα αυτά στο 64% των περιπτώσεων καταλήγουν στα δίχτυα.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η εικόνα που προκύπτει είναι πιθανότατα ελλιπής, καθώς η έλλειψη δεδομένων δεν επιτρέπει πλήρη αποτύπωση της κατάστασης. Εκτιμούν μάλιστα ότι ο πραγματικός αριθμός των ειδών που επηρεάζονται μπορεί να είναι τουλάχιστον διπλάσιος. Σήμερα, περισσότερα από 100.000 αλιευτικά σκάφη παγκοσμίως έχουν άδεια τράτας βυθού, με το 99% αυτών να δραστηριοποιείται εντός εθνικών υδάτων.
Το βάρος της ευθύνης, σύμφωνα με τη μελέτη, πέφτει κυρίως στις εθνικές κυβερνήσεις. Οι ερευνητές επισημαίνουν την ανάγκη για άμεση αναθεώρηση των πολιτικών διαχείρισης της αλιείας, βελτίωση της καταγραφής των αλιευμάτων και ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας. Η θέσπιση αυστηρότερων κανονισμών και η σύναψη διακρατικών συμφωνιών θεωρούνται κρίσιμα βήματα για την προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των αλιευτικών πόρων στο μέλλον.