Το Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Εκτίμησης Κινδύνων της Γερμανίας ζητά πλήρη ανάλυση και τεκμηρίωση των ευρημάτων από τη μελέτη σε πειραματόζωα
Μια νέα μελέτη του Ινστιτούτου Ramazzini για τη γλυφοσάτη επαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις του ευρέως χρησιμοποιούμενου ζιζανιοκτόνου στην υγεία. Τα αποτελέσματα δείχνουν αύξηση σε διάφορους τύπους όγκων σε ποντίκια που εκτέθηκαν σε «ασφαλείς» δόσεις γλυφοσάτης, προκαλώντας αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστημονικούς φορείς. Το κύμα αντιδράσεων συνοδεύεται από έντονες επικρίσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία τον Νοέμβριο του 2023 ανανέωσε την άδεια χρήσης της ουσίας για ακόμη δέκα χρόνια. Οι ενώσεις France Parkinson και PAN Europe έχουν ήδη προσφύγει νομικά στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, καταγγέλλοντας ότι η απόφαση βασίστηκε κυρίως σε μελέτες της βιομηχανίας. Οι οργανώσεις κατηγορούν την Επιτροπή ότι αγνόησε ανεξάρτητα επιστημονικά δεδομένα, βασιζόμενη κυρίως σε μελέτες χρηματοδοτούμενες από την αγροχημική βιομηχανία, μεταξύ αυτών και της Bayer, η οποία απέκτησε τη Monsanto και το Roundup το 2018.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πώς να φτιάξεις τη βαλίτσα των διακοπών εύκολα και γρήγορα (χωρίς να πάρεις τη μισή ντουλάπα)
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πόσο συχνά πρέπει να αλλάζουμε εσώρουχα το καλοκαίρι;
Ωστόσο, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η αντίδραση του Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Εκτίμησης Κινδύνων της Γερμανίας (BfR), το οποίο δημοσίευσε επίσημη γνωμοδότηση στην οποία τονίζει πως η μελέτη Ramazzini δεν προσφέρει επαρκή επιστημονική βάση για επανεξέταση της τρέχουσας αξιολόγησης της γλυφοσάτης. Το BfR θεωρεί ότι η μελέτη είναι ελλιπώς τεκμηριωμένη και δεν συμμορφώνεται με τις καθιερωμένες επιστημονικές προδιαγραφές για τοξικολογικές δοκιμές.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο, το βασικό μειονέκτημα της μελέτης είναι η απουσία πρόσβασης στα πρωτογενή δεδομένα και στα ιστορικά στοιχεία των ομάδων ελέγχου, τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για να εκτιμηθεί η εγκυρότητα των παρατηρούμενων όγκων. Επιπλέον, αμφισβητείται η επιλογή του τρόπου χορήγησης, καθώς και το γεγονός ότι η έκθεση ξεκίνησε ήδη από την προγεννητική περίοδο, κάτι που δυσκολεύει τη σύγκριση με άλλες κανονιστικές μελέτες.
Το BfR σημειώνει επίσης ότι οι όγκοι που παρατηρήθηκαν δεν ακολουθούν μια σαφή δοσοεξαρτώμενη σχέση, στοιχείο κρίσιμο για την ερμηνεία τοξικολογικών δεδομένων. Επίσης, η έρευνα περιλαμβάνει μόνο χαμηλές δόσεις, τη στιγμή που άλλες μελέτες που χρησιμοποιήθηκαν για την επίσημη ευρωπαϊκή αξιολόγηση περιλάμβαναν εκθέσεις σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, χωρίς να καταγραφούν συγκρίσιμα φαινόμενα καρκινογένεσης.
Το BfR εξηγεί πως η μελέτη Ramazzini από μόνη της δεν είναι ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση τη συνολική εκτίμηση κινδύνου που οδήγησε στην ανανέωση της άδειας. Υπογραμμίζεται δε ότι οποιαδήποτε τροποποίηση των ισχυουσών ρυθμίσεων μπορεί να γίνει μόνο μέσω ευρωπαϊκών μηχανισμών αξιολόγησης, βασισμένων σε διαφανή και πλήρως τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα. Το Ινστιτούτο δεν απορρίπτει τη σημασία ανεξάρτητων μελετών, αλλά καλεί σε προσεκτική ερμηνεία των ευρημάτων και στη διασφάλιση ότι πληρούνται όλα τα ποιοτικά και μεθοδολογικά πρότυπα πριν από την ενσωμάτωσή τους σε κανονιστικές διαδικασίες.