Ο Chris Elliott, ένας από τους σημαντικότερους επιστήμονες παγκοσμίως στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων, εκτιμά ότι το κόστος της τροφικής απάτης το 2025 κυμαίνεται από 16 έως 162 δισ. λίρες — μια ανάλυση που θεωρείται η πιο πλήρης μέχρι σήμερα
Η σελίδα του Food Authenticity Network (FAN) με τίτλο «Κόστος εγκλημάτων/απάτης στον τομέα των τροφίμων» ενημερώθηκε πρόσφατα με μια σημαντική εκτίμηση από τον καθηγητή Chris Elliott, έναν από τους κορυφαίους επιστήμονες διεθνώς στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων και της αντιμετώπισης της τροφικής απάτης.
Ο καθηγητής Elliott, βασισμένος σε δεκαετίες ερευνών, παρουσίασε υπολογισμούς για το παγκόσμιο κόστος του τροφικού εγκλήματος υπό τρία διαφορετικά σενάρια ανίχνευσης, τα οποία δείχνουν πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα και πόσο μικρό ποσοστό των πραγματικών περιστατικών εντοπίζεται.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του, στο αισιόδοξο σενάριο (ποσοστό ανίχνευσης 0,5%, δηλαδή ένα στα 200 περιστατικά απάτης) το κόστος φτάνει τα 19 δισεκατομμύρια ευρώ.
Στο μεσαίο ή ρεαλιστικό σενάριο (0,1% ανίχνευση) το κόστος εκτιμάται στα 95 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ στο απαισιόδοξο σενάριο — που θεωρείται πιο κοντά στην πραγματικότητα — όπου εντοπίζεται μόλις ένα στα 2.000 περιστατικά, το κόστος ανέρχεται σε 190 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ο Elliott εξηγεί ότι το χαμηλό ποσοστό ανίχνευσης οφείλεται στην έλλειψη παγκόσμιας επιτήρησης και διαφάνειας στην εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων. Οι οργανωμένες μορφές τροφικής απάτης συχνά δρουν ανεξέλεγκτα, προκαλώντας τεράστια οικονομική ζημία και, συχνά, κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Η νέα αυτή εκτίμηση προστίθεται σε μια σειρά διεθνών αναλύσεων των τελευταίων δεκαετιών, που καταγράφουν το διαρκώς αυξανόμενο οικονομικό αποτύπωμα του φαινομένου.
Ήδη από το 2010, ο Σύνδεσμος Κατασκευαστών Παντοπωλείων (GMA) εκτιμούσε ότι η τροφική απάτη κόστιζε στην παγκόσμια βιομηχανία 10 έως 15 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, επηρεάζοντας περίπου το 10% όλων των εμπορικά διαθέσιμων τροφίμων. Το 2013, ο ειδικός John Spink υπολόγισε το κόστος στα 40 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας ότι το 5 έως 7% του παγκόσμιου εμπορίου τροφίμων μπορεί να είναι νοθευμένο ή παραποιημένο. Αυτή η εκτίμηση υιοθετήθηκε αργότερα και από την PwC, η οποία ανέπτυξε εργαλεία αξιολόγησης κινδύνου για τη βιομηχανία τροφίμων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ετήσια έκθεση του 2018, ανέφερε ότι το κόστος για τη βιομηχανία τροφίμων φτάνει τα 30 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, εστιάζοντας στα προβλήματα νοθείας, ψευδών δηλώσεων προέλευσης και ελλιπών ελέγχων.
Το 2023, ο Οργανισμός Προτύπων Τροφίμων του Ηνωμένου Βασιλείου (FSA) εκτίμησε το ετήσιο κόστος τροφικού εγκλήματος στη χώρα μεταξύ 410 εκατομμυρίων και 1,96 δισεκατομμυρίων λιρών, επισημαίνοντας ότι η απάτη στα τρόφιμα δεν περιορίζεται σε ακριβά προϊόντα, αλλά επεκτείνεται σε καθημερινά είδη διατροφής.
Τέλος, το 2024, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) δημοσίευσε έκθεση όπου, σύμφωνα με τη Διεθνική Συμμαχία για την Καταπολέμηση του Παράνομου Εμπορίου (TRACIT), τα παραποιημένα, λαθραία και χαμηλής ποιότητας αγροδιατροφικά προϊόντα κοστίζουν στην παγκόσμια οικονομία 30 έως 50 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Η εκτίμηση του καθηγητή Elliott για το 2025 — από 16 έως 162 δισεκατομμύρια λίρες, ανάλογα με το ποσοστό ανίχνευσης — θεωρείται η πιο ολοκληρωμένη ως σήμερα, καθώς συνδυάζει οικονομικά δεδομένα, εμπειρική ανάλυση και στατιστικά μοντέλα που προσομοιώνουν διαφορετικά επίπεδα διεθνούς ελέγχου.