Πλύσιμο λαχανικών και διαχείριση λιπάσματος αναδεικνύονται ως οι πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις
Η αντιβιοτική αντοχή δεν περιορίζεται στα νοσοκομεία και τις κλινικές χρήσεις φαρμάκων. Μια σημαντική, αλλά λιγότερο ορατή στο κοινό, διαδρομή μετάδοσης ξεκινά από τις εκτροφές πουλερικών και καταλήγει στο πιάτο, μέσω του εδάφους, του νερού άρδευσης και των νωπών λαχανικών. Νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science in One Health ποσοτικοποιεί για πρώτη φορά αυτή την αλυσίδα στο σύνολό της, από τη φάρμα μέχρι την κατανάλωση μαρουλιού, και εντοπίζει τα σημεία όπου η παρέμβαση έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στη δημόσια υγεία.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα βακτήρια Escherichia coli που παράγουν ESBL (extended-spectrum β-lactamases), δηλαδή ένζυμα που τους παρέχουν αντοχή σε μια ευρεία κατηγορία αντιβιοτικών, συμπεριλαμβανομένων πολλών πενικιλλινών και κεφαλοσπορινών. Τα βακτήρια αυτά συναντώνται σε υψηλές συγκεντρώσεις στο στρώμα (litter) των βιομηχανικών εκτροφών κοτόπουλων. Όταν αυτό το υλικό χρησιμοποιείται ως λίπασμα στις καλλιέργειες, τα βακτήρια μπορούν να επιβιώσουν στο έδαφος και να μεταφερθούν στα γειτονικά υδάτινα σώματα που χρησιμεύουν για άρδευση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μαζικές ανακλήσεις προϊόντων ομορφιάς – Έλλειψη ελέγχων ασφαλείας και κίνδυνος αλλεργιών, μολύνσεων και ερεθισμών (φωτογραφίες)
Η ερευνητική ομάδα ανέπτυξε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο ποσοτικής μικροβιολογικής εκτίμησης κινδύνου (QMRA) που ενσωματώνει τέσσερα διαδοχικά στάδια: Τη διαχείριση του λιπάσματος στη φάρμα, τη μόλυνση του εδάφους, την ποιότητα του ποταμίου νερού άρδευσης και τελικά την κατανάλωση μαρουλιού από τον άνθρωπο. Αντί να εξετάζει κάθε στάδιο ξεχωριστά, το μοντέλο αποτυπώνει την αλληλουχία και τη μεταφορά μικροβίων σε κάθε μεταβατικό σημείο της αγροτικής και υδάτινης αλυσίδας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Δικαστική καταδίκη και πρόστιμα άνω των 8 δισ. στη φαρμακευτική που απέκρυψε τον εθισμό από φάρμακό της και προκάλεσε χιλιάδες θανάτους
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | LidlCh: Δύο ελαιόλαδα ιδιωτικής ετικέτας στα χειρότερα της αγοράς σε φυτοφάρμακα, πλαστικοποιητές και υπολείμματα ορυκτελαίων
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το μαρούλι μολύνεται με ESBL-παράγοντα E. coli σε επίπεδα που κυμαίνονται από 1,7 έως 7,6 × 10⁻³ CFU ανά 100 γραμμάρια. Η ποσότητα αυτή μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά όταν συνυπολογιστεί ο αριθμός των ανθρώπων που καταναλώνουν νωπό μαρούλι σε συνεχή βάση, ο συνολικός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία γίνεται μετρήσιμος. Η εκτιμώμενη πιθανότητα λοίμωξης του ουροποιητικού (UTI) ανά μερίδα κυμαίνεται από 4,6 × 10⁻¹² έως 9,0 × 10⁻⁹, ποσοστά που εκφρασμένα σε επίπεδο πληθυσμού μεταφράζονται σε μετρήσιμη επιβάρυνση νοσηρότητας, μετρούμενης σε DALY (disability-adjusted life years), δηλαδή τα χρόνια υγιούς ζωής που χάνονται από ασθένεια.
Τι μειώνει τον κίνδυνο και πόσο
Η ανάλυση ευαισθησίας που διενήργησε η ερευνητική ομάδα εντόπισε δύο παράγοντες που επηρεάζουν καθοριστικά την έκθεση των καταναλωτών. Ο πρώτος είναι ο συντελεστής κατανομής των βακτηρίων μεταξύ εδάφους και νερού, και ο δεύτερος ο ρυθμός φυσικής αποδόμησης των βακτηρίων στο περιβάλλον.
Από πλευράς πρακτικών παρεμβάσεων, τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά. Το απλό πλύσιμο του μαρουλιού με νερό στο σπίτι μειώνει την έκθεση στα ESBL-παράγοντα βακτήρια κατά περίπου 90%, καθιστώντας το την πιο αποδοτική ατομική προστατευτική πράξη. Παράλληλα, η παράταση του χρόνου μεταξύ της εφαρμογής λιπάσματος και της φύτευσης μαρουλιού μειώνει σημαντικά τη μικροβιακή επιβάρυνση, καθώς τα βακτήρια αποδομούνται φυσικά με το πέρασμα του χρόνου υπό κατάλληλες συνθήκες.
Η έρευνα υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση της αντιβιοτικής αντοχής στην αλυσίδα τροφίμων δεν μπορεί να επαφίεται σε μία μόνο παρέμβαση. Απαιτείται συνδυασμός πρωτοκόλλων επεξεργασίας λιπάσματος, αυστηρής παρακολούθησης της ποιότητας του νερού άρδευσης και σωστών πρακτικών στο επίπεδο του καταναλωτή, σε μια εποχή που η αντιβιοτική αντοχή εκτιμάται ότι θα αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους κινδύνους για τη δημόσια υγεία τις επόμενες δεκαετίες.