Αυστηρότερους ελέγχους στα προβιοτικά ζητούν οι επιστήμονες μετά από έρευνα Ελβετικού ερευνητικού κέντρου
Η ασφάλεια των προβιοτικών συμπληρωμάτων διατροφής που κυκλοφορούν στην ευρωπαϊκή αγορά βρίσκεται στο μικροσκόπιο πρόσφατης μελέτης που εκπονήθηκε για λογαριασμό των ελβετικών αρχών ασφάλειας τροφίμων. Τα «προβιοτικά» ορίζονται από τον FAO/WHO ως «ζωντανοί μικροοργανισμοί που όταν χορηγούνται σε επαρκείς ποσότητες προσφέρουν όφελος για την υγεία στον ξενιστή». Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Food and Veterinary Office του καντονίου Basel-Landschaft, εκ μέρους του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ασφάλειας Τροφίμων και Κτηνιατρικών Υποθέσεων της Ελβετίας (FSVO), και δημοσιεύτηκε στην επιστημονική πλατφόρμα της EFSA, Food Risk Assess Europe.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ξεκίνησε η δίκη της μεγάλης Ιταλικής γαλακτοβιομηχανίας για νοθεία γάλακτος και τυριών με καυστική σόδα και υπεροξείδιο του υδρογόνου
Η μελέτη εξέτασε είκοσι προβιοτικά συμπληρώματα που περιέχουν ζωντανές βακτηριακές καλλιέργειες, τα περισσότερα εκ των οποίων παράγονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα προϊόντα αυτά περιλάμβαναν από τρία έως δεκαέξι διαφορετικά στελέχη βακτηρίων, συχνά σε συνδυασμό με βιταμίνες, μέταλλα ή φυτικά συστατικά.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η πλειονότητα των προϊόντων συμμορφώνεται με τα προβλεπόμενα πρότυπα ασφάλειας, ωστόσο ένα σημαντικό ποσοστό – σχεδόν τα μισά δείγματα – παρουσίασε προβλήματα. Συγκεκριμένα, εννέα από τα είκοσι προϊόντα κρίθηκαν μη συμμορφούμενα. Οι βασικοί λόγοι αφορούν χαμηλότερο αριθμό ζωντανών βακτηρίων από τον δηλωμένο ανά ημερήσια δόση, αποκλίσεις μεταξύ της πραγματικής και της αναγραφόμενης σύστασης, καθώς και ελλείψεις στην επισήμανση.
Παρά τις αποκλίσεις αυτές, δεν εντοπίστηκαν παθογόνοι μικροοργανισμοί ούτε γονίδια ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά που να μπορούν να μεταδοθούν. Τα γονίδια που ανιχνεύθηκαν θεωρούνται σταθερά ενσωματωμένα στο γενετικό υλικό των βακτηρίων και δεν μεταφέρονται εύκολα. Ωστόσο, η παρουσία συγκεκριμένων βακτηρίων, όπως το Enterococcus faecium, ή η χρήση φυτικών πρώτων υλών αυξάνει την πιθανότητα εισαγωγής ανεπιθύμητων μικροοργανισμών.
Η έρευνα κατέγραψε επίσης περιπτώσεις όπου εντοπίστηκαν βακτήρια που δεν αναφέρονταν στην ετικέτα, αλλά και περιπτώσεις όπου δηλωμένα στελέχη δεν ανιχνεύθηκαν καθόλου. Σε ένα δείγμα, μάλιστα, δεν εντοπίστηκε καθόλου ζωντανό βακτηριακό φορτίο, γεγονός που αμφισβητεί τη βασική λειτουργία του προϊόντος ως προβιοτικού.
Σε επίπεδο ελέγχων αγοράς, οι αρμόδιες αρχές επέβαλαν διορθωτικά μέτρα στους παραγωγούς, ζητώντας τεκμηρίωση της παραγωγικής διαδικασίας, προσαρμογές στα συστήματα ελέγχου και διόρθωση των στοιχείων επισήμανσης. Σε τρεις περιπτώσεις επιβλήθηκε απαγόρευση διάθεσης στην αγορά.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι το βασικό πρόβλημα δεν αφορά την άμεση επικινδυνότητα των προϊόντων, αλλά την αξιοπιστία τους ως προς αυτά που δηλώνουν. Η διαφορά μεταξύ ετικέτας και πραγματικού περιεχομένου, καθώς και η ασυνέπεια στον αριθμό ζωντανών βακτηρίων, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και θέτουν ζήτημα ελέγχου της αγοράς.
Οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη για αυστηρότερη και συστηματική παρακολούθηση της παραγωγής, καθώς και για συνδυασμό κλασικών μικροβιολογικών μεθόδων με σύγχρονες τεχνικές ανάλυσης DNA, προκειμένου να ελέγχεται με ακρίβεια η σύσταση των προϊόντων. Παράλληλα, προτείνεται η επανάληψη αντίστοιχων ελέγχων ώστε να διαπιστωθεί αν οι εταιρείες συμμορφώνονται σε βάθος χρόνου με τις υποχρεώσεις τους.
Συμπερασματικά, τα προβιοτικά συμπληρώματα που εξετάστηκαν δεν εμφανίζουν γενικευμένο ζήτημα ασφάλειας, αλλά παρουσιάζουν σημαντικά κενά στην ποιότητα και στην ακρίβεια των δηλώσεων τους, τα οποία απαιτούν συστηματικό έλεγχο από τις αρχές και τους ίδιους τους παραγωγού.
Φωτογραφία άρθρου shutterstock