Η διαχρονική παθογένεια της ελληνικής αγοράς τροφίμων μέσα από τα στοιχεία των ελέγχων του ΕΦΕΤ 2014–2024
Η ελληνική αγορά τροφίμων τα τελευταία έντεκα χρόνια παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη και ανησυχητική σταθερότητα. Όχι στα ποιοτικά της χαρακτηριστικά, αλλά στις παθογένειές της. Από το 2014 έως και το 2024, μέσα από τα επίσημα δεδομένα των ελέγχων του ΕΦΕΤ, αποτυπώνεται μια αγορά που αλλάζει πρόσωπο, μεγέθη και εργαλεία εποπτείας, αλλά όχι συμπεριφορά. Ξεκινώντας από το 2014 ως έτος βάσης, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι τα προβλήματα που συζητάμε σήμερα δεν είναι προϊόν της κρίσης, της πανδημίας ή της ακρίβειας, αλλά προϋπήρχαν και παγιώθηκαν.
Ήδη από το 2014, οι έλεγχοι ανέδειξαν συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ως διαχρονικές εστίες μη συμμόρφωσης. Η μαζική εστίαση, η λιανική πώληση τροφίμων και οι μικρές μονάδες παρασκευής που πωλούν απευθείας στον καταναλωτή συγκέντρωναν τότε, όπως και σήμερα, το μεγαλύτερο ποσοστό ευρημάτων. Τα προβλήματα αφορούσαν βασικούς κανόνες υγιεινής, στοιχειώδη ιχνηλασιμότητα, ελλιπή εφαρμογή συστημάτων αυτοελέγχου και λανθασμένη επισήμανση. Το κρίσιμο είναι ότι αυτά τα ευρήματα δεν περιορίστηκαν με την πάροδο του χρόνου, αλλά επανεμφανίζονται σχεδόν απαράλλακτα σε όλη τη δεκαετία που ακολούθησε.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Peugeot: Καταδίκη από το Εφετείο για παραπλάνηση καταναλωτών – Η εταρεία επέστρεψε τα χρήματα αγοράς Ι.Χ. σε πελάτη
Από το 2014 έως το 2019, παρά τη σταδιακή βελτίωση της οργανωτικής επάρκειας του ελεγκτικού μηχανισμού και την αύξηση της εμπειρίας των ελεγκτών, η αγορά δεν έδειξε σημάδια ουσιαστικής ωρίμανσης. Οι δείκτες συμμόρφωσης κινούνταν σε σχετικά υψηλά ποσοστά, συχνά άνω του 90%, όμως αυτός ο αριθμός αποδεικνύεται παραπλανητικός όταν εξεταστεί σε βάθος. Η υψηλή συνολική συμμόρφωση συνυπάρχει με έναν σταθερό πυρήνα επιχειρήσεων που παραμένουν συστηματικά μη συμμορφούμενες. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενους παραβάτες, οι οποίοι διορθώνουν προσωρινά τις αποκλίσεις τους για να περάσουν έναν έλεγχο και επιστρέφουν σύντομα στις ίδιες πρακτικές.
Η περίοδος της πανδημίας, τα έτη 2020 και 2021, δημιούργησε μια πρόσκαιρη στατιστική αλλαγή. Οι έλεγχοι μειώθηκαν, οι επιχειρήσεις λειτούργησαν υπό ειδικά καθεστώτα και τα ποσοστά συμμόρφωσης φάνηκαν βελτιωμένα. Ωστόσο, αυτή η εικόνα δεν αντανακλούσε πραγματική βελτίωση. Με την επιστροφή στην κανονικότητα το 2022 και το 2023, οι ίδιες αδυναμίες επανήλθαν άμεσα, επιβεβαιώνοντας ότι δεν είχαν αντιμετωπιστεί στη ρίζα τους.
Το 2024 αποτελεί χαρακτηριστική χρονιά επιβεβαίωσης όλων των παραπάνω. Παρά την υπερκάλυψη του ετήσιου στόχου ελέγχων, με περισσότερους από δέκα χιλιάδες ελέγχους σε επιχειρήσεις τροφίμων, το ποσοστό συμμόρφωσης υποχώρησε στο 89,6%, χαμηλότερα από το προηγούμενο έτος. Πάνω από μία στις δέκα εγκαταστάσεις που ελέγχθηκαν παρουσίασαν μη συμμορφώσεις, ενώ αυξήθηκε αισθητά ο αριθμός των επανελέγχων, γεγονός που αποτυπώνει τη δυσκολία της αγοράς να διατηρήσει σταθερά επίπεδα συμμόρφωσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το είδος των μη συμμορφώσεων που καταγράφηκαν το 2024, καθώς δεν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες του 2014. Η μη τήρηση κανόνων γενικής υγιεινής παραμένει η συχνότερη αιτία, ακολουθούμενη από την ανεπαρκή ή ανύπαρκτη εφαρμογή συστημάτων αυτοελέγχου, τα προβλήματα επισήμανσης και την αδυναμία πλήρους ιχνηλασιμότητας. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η σαφής αύξηση των περιπτώσεων νοθείας και απάτης, οι οποίες, αν και ποσοστιαία μικρότερες, έχουν δυσανάλογα μεγάλο αντίκτυπο στην εμπιστοσύνη του καταναλωτή και στη φήμη της αγοράς συνολικά.
Το πιο συγκλονιστικό περιστατικό είναι η μαζική και συστηματική διακίνηση μη ασφαλών και νοθευμένων τροφίμων σε τέτοιες ποσότητες ώστε να μην μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί “μεμονωμένη παραβατικότητα”. Το 2024, μόνο σε ένα έτος, κατασχέθηκαν περίπου 58,8 τόνοι μη ασφαλών τροφίμων, εκ των οποίων σχεδόν 30 τόνοι ζάχαρη και προϊόντα ζαχαροπλαστικής, πάνω από 12 τόνοι κρέας και προϊόντα κρέατος, καθώς και σημαντικές ποσότητες ελαίων, πόσιμου νερού, φρούτων και αλιευμάτων. Αυτά τα μεγέθη δεν είναι συμβατά με το αφήγημα του «λάθους», της «αμέλειας» ή της «κακής στιγμής». Υποδηλώνουν οργανωμένη παραγωγή ή αποθήκευση προϊόντων που δεν θα έπρεπε ποτέ να βρίσκονται στην αγορά.
Όσον αφορά στις εργαστηριακές αναλύσεις, το 2024 υλοποιήθηκε σχεδόν το σύνολο των προγραμμάτων εργαστηριακών αναλύσεων, με αυξημένο αριθμό δειγμάτων σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Παρ’ όλα αυτά, το 6,5% των δειγμάτων παρουσίασε αποκλίσεις από τη νομοθεσία. Οι κατηγορίες προϊόντων που εμφανίζουν προβλήματα παραμένουν διαχρονικά ίδιες, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι αδυναμίες δεν είναι τυχαίες αλλά συνδέονται με συγκεκριμένα τμήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας και με οικονομικά κίνητρα που ευνοούν τη χαλάρωση των κανόνων.
Ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει ότι υπάχρει πρόβλημα όσον και αν δεν φαίνεται, είναι η αύξηση των καταγγελιών πολιτών. Το 2024 καταγράφηκε ο υψηλότερος αριθμός αναφορών της δεκαετίας. Αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην αυξημένη ενημέρωση των καταναλωτών. Αντανακλά και τη διάχυτη αίσθηση ότι οι μηχανισμοί αυτορρύθμισης της αγοράς δεν λειτουργούν επαρκώς και ότι η παρέμβαση της αρχής είναι συχνά η μόνη διέξοδος.
Σε επίπεδο κυρώσεων, η εικόνα παραμένει αντιφατική. Παρότι εξετάζεται μεγάλος αριθμός εισηγήσεων για επιβολή διοικητικών προστίμων, η πλειονότητα των κυρώσεων κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η μη συμμόρφωση μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αποδεκτό επιχειρηματικό ρίσκο, ιδίως σε τομείς όπου το οικονομικό όφελος από την παράβαση υπερβαίνει το κόστος της κύρωσης. Η διαχρονικότητα αυτού του φαινομένου από το 2014 έως σήμερα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι περιστασιακό αλλά συστημικό.
Συμπερασματικά οι στρεβλώσεις της ελληνικής αγοράς τροφίμων δεν είναι αποτέλεσμα έκτακτων συνθηκών ούτε παροδικών κρίσεων. Είναι διαχρονικές, επαναλαμβανόμενες και σε μεγάλο βαθμό ανθεκτικές στις μέχρι σήμερα παρεμβάσεις. Η αγορά έμαθε να συμμορφώνεται επιφανειακά, όχι ουσιαστικά. Οι έλεγχοι βελτιώθηκαν, τα εργαλεία εκσυγχρονίστηκαν, αλλά η κουλτούρα ασφάλειας τροφίμων δεν εδραιώθηκε. Αν κάτι δείχνει καθαρά η περίοδος 2014–2024, είναι ότι χωρίς αλλαγή φιλοσοφίας, χωρίς πραγματική επένδυση στην πρόληψη και χωρίς κυρώσεις που να λειτουργούν αποτρεπτικά, τα ίδια προβλήματα θα συνεχίσουν να ανακυκλώνονται. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο εύρημα αυτής της ενδεκαετούς διαδρομής.