Η μικροβιακή αντοχή στα αντιμικροβιακά (Antimicrobial Resistance – AMR) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία, την κτηνιατρική και την ασφάλεια των τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εξάπλωση βακτηρίων που εμφανίζουν αντοχή στα αντιβιοτικά, περιορίζει την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων θεραπειών, αυξάνει τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα και επιβαρύνει σημαντικά τα συστήματα υγείας και την αγροδιατροφική παραγωγή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε πριν από λίγες ημέρες, την ανασκοπική έκθεση για την εφαρμογή των προγραμμάτων παρακολούθησης και αναφοράς της μικροβιακής αντοχής σε ζωονοσογόνα και δείκτες βακτήρια, αξιολογώντας την πρόοδο των κρατών-μελών κατά την περίοδο 2023–2026. Η αξιολόγηση βασίστηκε σε επιθεωρήσεις σε εννέα κράτη-μέλη, σε ερωτηματολόγιο που συμπληρώθηκε από όλα τα κράτη-μέλη, καθώς και από τη Νορβηγία και την Ισλανδία, και στα δεδομένα που υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA).
Η παρακολούθηση της μικροβιακής αντοχής εφαρμόζεται σύμφωνα με την Εκτελεστική Απόφαση (ΕΕ) 2020/1729, η οποία καθορίζει εναρμονισμένες απαιτήσεις για τη δειγματοληψία, τις εργαστηριακές αναλύσεις και την υποβολή των αποτελεσμάτων κατά την περίοδο 2021–2027. Σε σύγκριση με το προηγούμενο κανονιστικό πλαίσιο, εισήχθησαν σημαντικές αλλαγές, όπως η υποχρεωτική δειγματοληψία εισαγόμενου νωπού κρέατος στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου, η διεύρυνση της παρακολούθησης ειδών Campylobacter, η εφαρμογή πρόσθετων επιβεβαιωτικών δοκιμών για ανθεκτικά στελέχη Escherichia coli και η δυνατότητα χρήσης της αλληλούχησης ολόκληρου γονιδιώματος (Whole Genome Sequencing – WGS) ως εναλλακτικής μεθόδου για μέρος των αναλύσεων.
Η έκθεση καταγράφει σημαντική βελτίωση στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή των εθνικών προγραμμάτων παρακολούθησης σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο 2014–2020. Τα περισσότερα κράτη-μέλη εφαρμόζουν πλέον προγράμματα που καλύπτουν όλα τα προβλεπόμενα είδη ζώων, τα τρόφιμα και τα βακτηριακά στελέχη που απαιτεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία, ενώ η δειγματοληψία οργανώνεται με τρόπο που επιτρέπει τη συγκρισιμότητα των δεδομένων μεταξύ των χωρών. Η ομοιομορφία αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επιτρέπει τη διαχρονική παρακολούθηση των τάσεων της μικροβιακής αντοχής, την έγκαιρη ανίχνευση νέων προτύπων αντοχής και την επιστημονική υποστήριξη των ευρωπαϊκών πολιτικών για τη συνετή χρήση των αντιμικροβιακών τόσο στην ανθρώπινη όσο και στην κτηνιατρική ιατρική.
Η αξιολόγηση δείχνει ότι οι περισσότερες χώρες εφαρμόζουν κεντρικό σχεδιασμό των προγραμμάτων δειγματοληψίας, ενώ οι περιφερειακές υπηρεσίες αναλαμβάνουν τη συλλογή των δειγμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργούν μηχανισμοί παρακολούθησης της πορείας του προγράμματος κατά τη διάρκεια του έτους, ώστε να πραγματοποιούνται διορθωτικές ενέργειες όταν απαιτείται, όπως ανακατανομή των δειγμάτων ή αύξηση της έντασης των δειγματοληψιών.
Παρά τη συνολική πρόοδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντόπισε ορισμένες αδυναμίες που εξακολουθούν να επηρεάζουν την ποιότητα των δεδομένων. Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά τις καθυστερήσεις στην έναρξη των ετήσιων προγραμμάτων παρακολούθησης. Σε αρκετά κράτη-μέλη η δειγματοληψία ξεκίνησε αρκετούς μήνες μετά την έναρξη του έτους, γεγονός που μειώνει την αντιπροσωπευτικότητα των αποτελεσμάτων και περιορίζει τη δυνατότητα καταγραφής πιθανών εποχικών μεταβολών στη μικροβιακή αντοχή. Οι κυριότερες αιτίες των καθυστερήσεων σχετίζονται με την έγκριση των εθνικών προγραμμάτων, τις διαδικασίες προμηθειών, τις ελλείψεις αναλωσίμων, οργανωτικά ζητήματα και περιορισμούς στο διαθέσιμο προσωπικό.
Η συλλογή απομονώσεων Salmonella στο πλαίσιο των εθνικών προγραμμάτων ελέγχου αποτελεί επίσης ένα από τα σημεία που χρειάζονται βελτίωση. Σε αρκετές περιπτώσεις διαπιστώθηκαν δυσκολίες στη συγκέντρωση του απαιτούμενου αριθμού στελεχών, είτε λόγω χαμηλής συχνότητας εμφάνισης του παθογόνου είτε εξαιτίας προβλημάτων στη διαβίβαση των απομονώσεων από ιδιωτικά εργαστήρια, στην ιχνηλασιμότητα και στην πληρότητα των συνοδευτικών στοιχείων. Αντίστοιχες δυσκολίες εμφανίζονται και στη δειγματοληψία ορισμένων κατηγοριών τροφίμων, ιδιαίτερα του κρέατος γαλοπούλας, όπου η περιορισμένη ή εποχική διαθεσιμότητα επηρεάζει την επίτευξη των προβλεπόμενων στόχων.
Το σημαντικότερο εύρημα της έκθεσης αφορά τη δειγματοληψία εισαγόμενου νωπού κρέατος στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου (Border Control Posts – BCPs). Η συγκεκριμένη υποχρέωση εφαρμόζεται από το 2021 και έχει στόχο την παρακολούθηση της μικροβιακής αντοχής σε προϊόντα που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά από τρίτες χώρες. Οι επιθεωρήσεις έδειξαν ότι αρκετά κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εφαρμογή αυτής της απαίτησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν συμπεριλήφθηκαν όλοι οι εγκεκριμένοι συνοριακοί σταθμοί στα προγράμματα δειγματοληψίας, ενώ παρατηρήθηκαν παραλείψεις επιλέξιμων εισαγόμενων φορτίων και δυσκολίες στον εντοπισμό εισαγωγών από νέες χώρες προέλευσης. Οι οργανωτικές αλλαγές, τα διοικητικά εμπόδια και οι ιδιαιτερότητες της λειτουργίας των συνοριακών ελέγχων συνέβαλαν στη δημιουργία κενών κατά την εφαρμογή του προγράμματος.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η παρακολούθηση στους συνοριακούς σταθμούς αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αξιόπιστη αποτύπωση της μικροβιακής αντοχής στα εισαγόμενα τρόφιμα και για τη διατήρηση συγκρίσιμων δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη λειτουργία των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς. Τα περισσότερα εργαστήρια εφαρμόζουν τις μεθόδους που προβλέπονται από το Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Αναφοράς για τη Μικροβιακή Αντοχή (EURL-AR), διαθέτουν κατάλληλα συστήματα διασφάλισης ποιότητας και συμμετέχουν επιτυχώς σε διεργαστηριακές δοκιμές επάρκειας.
Παράλληλα, η έκθεση καταγράφει ορισμένες αποκλίσεις από τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα, όπως διαφοροποιήσεις στις συνθήκες καλλιέργειας ή στη χρήση επιλεκτικών θρεπτικών υποστρωμάτων, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την ευαισθησία ανίχνευσης ορισμένων ανθεκτικών στελεχών. Επιπλέον, σε ορισμένα εργαστήρια διαπιστώθηκαν αδυναμίες στην τεκμηρίωση της ψυκτικής αλυσίδας κατά τη μεταφορά των δειγμάτων, καθώς και διαφοροποιήσεις στις διαδικασίες αποθήκευσης των απομονώσεων, οι οποίες σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές πρέπει να διατηρούνται για τουλάχιστον πέντε έτη σε θερμοκρασία -80°C ή σε ισοδύναμες συνθήκες που διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα των στελεχών.
Σημαντική εξέλιξη αποτελεί η σταδιακή ενσωμάτωση της αλληλούχησης ολόκληρου γονιδιώματος στις εργαστηριακές αναλύσεις. Η χρήση της τεχνολογίας αυτής αυξάνεται σταδιακά, καθώς επιτρέπει λεπτομερέστερη γενετική ανάλυση των στελεχών και ενισχύει την επιδημιολογική επιτήρηση της μικροβιακής αντοχής. Αρκετά κράτη-μέλη έχουν ήδη ενσωματώσει τη μέθοδο στις διαδικασίες τους ή σχεδιάζουν την επέκτασή της, αν και επισημαίνουν ως περιοριστικούς παράγοντες το κόστος, τις απαιτήσεις εξοπλισμού, την ανάγκη εξειδικευμένου προσωπικού και τις διαδικασίες διαπίστευσης.
Η υποβολή των αποτελεσμάτων προς την EFSA πραγματοποιείται σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι περιγραφές που συνοδεύουν τα εργαστηριακά δεδομένα συχνά δεν περιλαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του προγράμματος, τις αποκλίσεις από τον σχεδιασμό ή τις δυσκολίες που αντιμετωπίστηκαν κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Η πληρέστερη τεκμηρίωση θεωρείται απαραίτητη για την ορθή επιστημονική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και για την ερμηνεία των διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών.
Η έκθεση καταγράφει επίσης ότι αρκετές χώρες εφαρμόζουν προγράμματα επιτήρησης που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η παρακολούθηση πρόσθετων βακτηριακών ειδών, περισσότερων κατηγοριών τροφίμων και ζωικών ειδών, η ετήσια παρακολούθηση αντί της διετούς εναλλαγής που προβλέπεται για ορισμένες κατηγορίες, η επιτήρηση αντοχής στην κολιστίνη, η παρακολούθηση του MRSA σε επιλεγμένα παραγωγικά ζώα και η ευρύτερη αξιοποίηση της αλληλούχησης ολόκληρου γονιδιώματος.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προγραμματίζει την αναθεώρηση της ισχύουσας νομοθεσίας, αξιοποιώντας τα ευρήματα της παρούσας αξιολόγησης και τη νέα επιστημονική γνωμοδότηση της EFSA που αναμένεται να δημοσιευθεί το 2026. Παράλληλα συνεχίζονται οι δράσεις υποστήριξης των κρατών-μελών μέσω της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, του Ευρωπαϊκού Εργαστηρίου Αναφοράς για τη Μικροβιακή Αντοχή και της κοινής ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας EU-JAMRAI 2, με στόχο τη βελτίωση της επιτήρησης, την ενίσχυση της συγκρισιμότητας των δεδομένων και τη διατήρηση υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας και της ασφάλειας των τροφίμων.