ΑρχικήΝέαΕστίαση / ΤουρισμόςΜύγες σε μία στις δύο κουζίνες εστιατορίων - Ο κίνδυνος για την...

Μύγες σε μία στις δύο κουζίνες εστιατορίων – Ο κίνδυνος για την ασφάλεια των τροφίμων και οι τρόποι πρόληψης

Πάνω από 130 παθογόνα, όπως Salmonella και Campylobacter, έχουν καταγραφεί σε οικιακές μύγες. Δείτε πώς προλαμβάνεται ο κίνδυνος.

8 λεπτά ανάγνωσης

Οι μύγες αποτελούν έναν από τους δυσκολότερους ανεπιθύμητους επισκέπτες μιας επαγγελματικής κουζίνας, ιδιαίτερα τους θερμούς μήνες. Στην Ελλάδα, με χιλιάδες επιχειρήσεις εστίασης να λειτουργούν σε ανοιχτούς ή ημιυπαίθριους χώρους κατά την τουριστική περίοδο, η επαφή του εντόμου με τρόφιμα και επιφάνειες χρειάζεται ειδική προσοχή. Επιστημονικές μελέτες έχουν εντοπίσει στις οικιακές μύγες μεγάλο αριθμό μικροοργανισμών, μεταξύ των οποίων γνωστά τροφιμογενή παθογόνα.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Έγινε κιόλας η πρώτη ανάκληση χριστουγεννιάτικων μπισκότων από μεγάλη αλυσίδα

- Advertisement -

Ελληνική μελέτη σε 74 τυχαία επιλεγμένες επιχειρήσεις εστίασης της Αττικής εξέτασε τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας τροφίμων. Οι ερευνητές κατέγραψαν μη συμμόρφωση 12,45% στην κατηγορία pest control. Δεν εντόπισαν ενεργή προσβολή κατά τις επιθεωρήσεις, διαπίστωσαν όμως ελλείψεις στην πρόληψη, στην εγκατάσταση εξοπλισμού και στην τοποθέτηση παγίδων εντόμων. Οι ερευνητές της μελέτης επισημαίνουν, ότι έντομα που εισέρχονται στους χώρους τροφίμων μπορούν να μεταφέρουν μικροοργανισμούς προς έτοιμα προς κατανάλωση τρόφιμα και επιφάνειες που έρχονται σε επαφή μαζί τους.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μαζική συρροή νοροϊού σε νηπιαγωγείο με 92 ασθενείς και άγνωστη ακόμη η πηγή μετάδοσης

- Advertisement -

Εντυπωσιακά είναι και πρόσφατα δεδομένα από την Ολλανδία. Σε στοχευμένη εκστρατεία της NVWA τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2026, επιθεωρήθηκαν 154 επιχειρήσεις εστίασης που είχαν αυξημένη κίνηση κατά τις ζεστές ημέρες. Μύγες εντοπίστηκαν σε 72 επιχειρήσεις, δηλαδή στο 47% του συνόλου. Σε πέντε περιπτώσεις το πρόβλημα χαρακτηρίστηκε σοβαρό, ενώ οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν όταν η εξωτερική θερμοκρασία ήταν τουλάχιστον 20 βαθμοί Κελσίου. Σε 41 από τις 154 επιχειρήσεις, ποσοστό 27%, διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν ληφθεί επαρκή μέτρα ώστε οι μύγες να εμποδίζονται να εισέρχονται στις κουζίνες ή να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά όταν βρίσκονταν στο εσωτερικό. Η NVWA αναφέρει ως ενδεικτικές λύσεις τις σίτες, τις ηλεκτρικές συσκευές καταπολέμησης και τις κολλητικές παγίδες, ανάλογα με τον χώρο και τη χρήση του.

Η οικιακή μύγα, Musca domestica, είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένη στη συμβίωση με τον άνθρωπο και συναντάται σε εστιατόρια, αγορές τροφίμων, σφαγεία, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και σημεία συγκέντρωσης απορριμμάτων. Τρέφεται και αναπαράγεται σε περιττώματα, κοπριά, ζωικά υπολείμματα και αποσυντιθέμενη οργανική ύλη. Η συνεχής μετακίνησή της μεταξύ τέτοιων εστιών και χώρων ανθρώπινης δραστηριότητας δημιουργεί διαδρομές μέσω των οποίων μπορούν να μεταφερθούν μικροοργανισμοί προς τα τρόφιμα.

Συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο BMC Public Health εξέτασε 99 επιστημονικές εργασίες από 21 χώρες και κατέγραψε περισσότερα από 130 παθογόνα στις οικιακές μύγες. Οι περισσότερες μελέτες αφορούσαν βακτήρια, ενώ είχαν επίσης ανιχνευθεί μύκητες, παράσιτα και ιοί. Δέκα από τις μελέτες πεδίου της ανασκόπησης αφορούσαν μύγες που είχαν συλλεχθεί από χώρους τροφίμων, μεταξύ των οποίων εστιατόρια και καφετέριες.

Μεταξύ των βακτηρίων που έχουν απομονωθεί από οικιακές μύγες βρίσκονται Salmonella, Campylobacter και διαφορετικά είδη Enterococcus, ενώ η βιβλιογραφία περιλαμβάνει επίσης Escherichia coli, Klebsiella, Staphylococcus και άλλα βακτήρια με υγειονομική σημασία. Η παρουσία τους πάνω σε ένα έντομο δεν αποδεικνύει ότι θα προκαλέσει σίγουρα τροφιμογενή λοίμωξη, τεκμηριώνει όμως την ικανότητα της μύγας να παραλαμβάνει μικροοργανισμούς από ένα σημείο και να τους μεταφέρει σε άλλο.

Η μεταφορά γίνεται κυρίως μηχανικά. Μικροοργανισμοί μπορούν να προσκολληθούν στην εξωτερική επιφάνεια του σώματος και στα πόδια της μύγας, ενώ μπορούν επίσης να βρίσκονται στο πεπτικό της σύστημα. Από τις 99 μελέτες της μεγάλης συστηματικής ανασκόπησης, 44 ανέφεραν απομόνωση παθογόνων από τις εξωτερικές επιφάνειες των μυγών, 33 τόσο από την επιφάνεια όσο και από το έντερο και 22 αποκλειστικά από το έντερο.

Η συμπεριφορά της μύγας ευνοεί αυτή τη μεταφορά. Δεν μπορεί να μασήσει στερεή τροφή όπως ο άνθρωπος και χρησιμοποιεί υγρά για να διαλύσει την τροφή πριν την προσλάβει. Παράλληλα, μετακινείται επανειλημμένα ανάμεσα σε διαφορετικές επιφάνειες και μπορεί να αποθέτει μικροοργανισμούς μέσω της επαφής του σώματος, των στοματικών μορίων, αναγωγών και περιττωμάτων. Έτσι, ένα ακάλυπτο έτοιμο τρόφιμο μπορεί να αποτελέσει σημείο δευτερογενούς επιμόλυνσης.

Τα στοιχεία ειδικά από εστιατόρια ενισχύουν την ανάγκη προσοχής. Η διεθνής ανασκόπηση καταγράφει μελέτες στις οποίες Salmonella είχε απομονωθεί από μύγες συλλεγμένες σε εστιατόρια και άλλα σημεία τροφίμων, ενώ διαφορετικά είδη Enterococcus έχουν επίσης βρεθεί σε μύγες εστιατορίων. Σε ορισμένες έρευνες εντοπίστηκαν στελέχη με αντοχή σε αντιμικροβιακές ουσίες, προσθέτοντας ακόμη μία παράμετρο στη συζήτηση για την υγιεινή των επαγγελματικών χώρων τροφίμων.

Μια δεύτερη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση συγκέντρωσε 78 μελέτες που δημοσιεύθηκαν από το 1980 έως το 2020. Οι ερευνητές εξέτασαν βακτηριακά παθογόνα που μεταφέρονταν από οικιακές μύγες σε διαφορετικά περιβάλλοντα, μεταξύ αυτών εστιατόρια, αγορές, νοσοκομεία, σφαγεία και χώρους απορριμμάτων. Καταγράφηκαν τόσο ευαίσθητα όσο και ανθεκτικά στα αντιβιοτικά στελέχη, αν και οι μεγάλες διαφορές μεταξύ των μελετών δεν επιτρέπουν απλές συγκρίσεις ποσοστών.

Η μικροβιακή αντοχή έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε πιο εξειδικευμένη έρευνα για τις μύγες. Ανασκόπηση του 2025 στο Journal of Food Protection περιγράφει τη δυνατότητα διαφορετικών ειδών μυγών, συμπεριλαμβανομένης της Musca domestica, να μεταφέρουν Salmonella enterica, Escherichia coli, Listeria monocytogenes, Klebsiella και Campylobacter. Οι συγγραφείς εξετάζουν ιδιαίτερα τη μεταφορά ανθεκτικών και πολυανθεκτικών βακτηρίων κατά μήκος της αλυσίδας παραγωγής τροφίμων.

Για την ελληνική εστίαση, το ζήτημα έχει έντονη εποχική διάσταση. Το καλοκαίρι συμπίπτουν υψηλές θερμοκρασίες, αυξημένη παραγωγή οργανικών απορριμμάτων, συνεχείς παραλαβές και πολύωρη λειτουργία καταστημάτων με ανοιχτές πόρτες ή παράθυρα. Εστιατόρια ξενοδοχείων, beach bars, ταβέρνες, αναψυκτήρια και επιχειρήσεις με εξωτερικά τραπέζια χρειάζεται να εξετάζουν όχι μόνο αν υπάρχουν μύγες στην κουζίνα, αλλά από πού εισέρχονται και τι τις προσελκύει στον συγκεκριμένο χώρο.

Η πρώτη γραμμή άμυνας βρίσκεται στα σημεία εισόδου. Σίτες σε παράθυρα όπου απαιτούνται, πόρτες που δεν παραμένουν άσκοπα ανοιχτές και καλή στεγανοποίηση περιορίζουν την πρόσβαση. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι διαδρομές από τον χώρο απορριμμάτων προς την κουζίνα και οι πόρτες παραλαβών. Μια ηλεκτρική παγίδα μπορεί να μειώσει τον αριθμό των εντόμων, αλλά δεν διορθώνει μια μόνιμα ανοιχτή δίοδο από το εξωτερικό περιβάλλον.

Οι κάδοι και τα οργανικά υπολείμματα απαιτούν καθημερινό έλεγχο, επειδή αποτελούν ισχυρές πηγές προσέλκυσης. Υγρά από απορρίμματα, υπολείμματα κάτω από εξοπλισμό, βρώμικες αποχετεύσεις και κάδοι που δεν καθαρίζονται επαρκώς μπορούν να συντηρούν το πρόβλημα ακόμη και όταν η σάλα φαίνεται καθαρή. Η αναζήτηση της πηγής πρέπει να επεκτείνεται σε δυσπρόσιτα σημεία, πίσω από ψυγεία, κάτω από πάγκους και γύρω από τις περιοχές προσωρινής αποθήκευσης απορριμμάτων.

Ακάλυπτες σαλάτες, γλυκά, κομμένα φρούτα, ψωμί, garnishes, έτοιμα πιάτα και πρώτες ύλες που περιμένουν στον πάγκο είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα όταν υπάρχουν μύγες στον χώρο. Το ίδιο ισχύει για καθαρά σκεύη και επιφάνειες προετοιμασίας. Η προστασία τους με κατάλληλα καλύμματα και η ελαχιστοποίηση του χρόνου παραμονής τους εκτεθειμένων μειώνουν τις ευκαιρίες επαφής, ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις με μεγάλη θερινή κίνηση και συνεχή παραγωγή γευμάτων.

Οι ηλεκτρικές και κολλητικές παγίδες χρειάζονται σωστή χωροθέτηση και παρακολούθηση. Δεν πρέπει να δημιουργούν κίνδυνο πτώσης νεκρών εντόμων ή τμημάτων τους πάνω σε τρόφιμα, καθαρά σκεύη και επιφάνειες προετοιμασίας. Παράλληλα, οι καταγραφές των συλλήψεων μπορούν να δείξουν εάν το πρόβλημα αυξάνεται, σε ποιο σημείο συγκεντρώνεται και αν τα μέτρα που εφαρμόζονται αποδίδουν ή χρειάζεται αναζήτηση διαφορετικής πηγής εισόδου.

Για τον υπεύθυνο μιας επιχείρησης, μία ξαφνική αύξηση των μυγών πρέπει να οδηγεί σε έλεγχο της αιτίας και όχι μόνο σε εξόντωση όσων είναι ορατές. Χρειάζεται να εξεταστούν οι κάδοι, τα οργανικά υπολείμματα, οι αποχετεύσεις, τα σημεία εισόδου, οι σίτες, οι πόρτες, οι χώροι παραλαβής και οι γειτονικές εξωτερικές εστίες. Η καταγραφή του σημείου και της χρονικής περιόδου εμφάνισης βοηθά να εντοπιστεί η πραγματική πηγή.

Τα ολλανδικά δεδομένα δείχνουν πόσο συχνά μπορεί να εμφανιστεί το πρόβλημα όταν ο έλεγχος γίνεται στοχευμένα κατά τη θερινή περίοδο: μύγες σχεδόν στις μισές επιχειρήσεις που επιθεωρήθηκαν. Η διεθνής βιβλιογραφία εξηγεί την υγειονομική πλευρά αυτής της εικόνας, καταγράφοντας δεκάδες παθογόνους μικροοργανισμούς στην Musca domestica και τεκμηριώνοντας τη δυνατότητα μηχανικής μεταφοράς τους μεταξύ διαφορετικών επιφανειών και περιβαλλόντων.

Για μια χώρα όπου η γαστρονομία και η εστίαση αποτελούν μέρος της τουριστικής εμπειρίας, η αντιμετώπιση των μυγών αφορά ταυτόχρονα την ασφάλεια τροφίμων και την καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης. Η παρακολούθηση πρέπει να εντείνεται πριν και κατά τη διάρκεια των θερμών μηνών, με έλεγχο των σημείων εισόδου, των απορριμμάτων, των εκτεθειμένων τροφίμων και των παγίδων, ώστε η παρέμβαση να γίνεται πριν αυξηθεί ο πληθυσμός των εντόμων.

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Λιγότερη φέτα και υψηλότερες τιμές – Φόβος για «φέτα» που δεν είναι φέτα: Πώς να ξεχωρίζετε την αυθεντική

Ζωονόσοι και μειωμένη παραγωγή πιέζουν τη φέτα, ενώ οι έλεγχοι εντοπίζουν λευκά τυριά που παρουσιάζονται ως ΠΟΠ.

Ελληνικά κοτόπουλα: Πάνω από 4 στα 10 δείγματα θετικά σε Salmonella και σχεδόν 6 στα 10 σε Campylobacter – Μελέτη ΑΠΘ

Μελέτη του ΑΠΘ σε 233 κοτόπουλα βρήκε Salmonella στο 42,5% και Campylobacter στο 57,5% των δειγμάτων. Τι έδειξαν οι αναλύσεις.

Γαύρος και σαρδέλα στην Ελληνική αγορά: Πόσο πληρώνεται ο αλιέας και πόσο πληρώνει ο καταναλωτής – Έρευνα

Νέα μελέτη φωτίζει τις τιμές πρώτης πώλησης – Στα 1,86 ευρώ ο γαύρος έναντι 5,30 ευρώ στη λιανική.