Γιατί τα εντόσθια συσσωρεύουν υψηλότερους ρύπους και ποια είναι η πραγματική έκθεση του ελληνικού πληθυσμού
Η μαγειρίτσα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πιάτα της ελληνικής διατροφικής παράδοσης, καταναλώνεται το βράδυ της Ανάστασης και βασίζεται κυρίως σε εντόσθια αρνιού ή κατσικιού, όπως συκώτι, πνευμόνια και έντερα, σε συνδυασμό με αυγολέμονο και μυρωδικά. Πρόκειται για τρόφιμα ζωικής προέλευσης με σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος, κατηγορία στην οποία καταγράφεται και η μεγαλύτερη συσσώρευση διοξινών και πολυχλωριωμένων διφαινυλίων (PCB).
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Στην Ελλάδα και σε άλλες 12 χώρες επικίνδυνο ορεκτικό – “Σοβαρός” ο κίνδυνος τονίζει το RASFF
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τι ώρα κλείνουν σήμερα Μ. Σάββατο ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, ΑΒ Βασιλόπουλος, LIDL, Μασούτης, My Market, ΓΑΛΑΞΙΑΣ, ΚΡΗΤΙΚΟΣ
Τα εντόσθια -μεταξύ άλλων τροφίμων- βρέθηκαν στο επίκεντρο πρόσφατης επιστημονικής μελέτης του Εργαστηρίου Φασματομετρίας Μάζας και Ανάλυσης Διοξινών του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», η οποία δημοσιεύτηκε στο διεθνές περιοδικό Food and Chemical Toxicology και καλύπτει την περίοδο 2002–2022. Η έρευνα βασίστηκε σε 1.388 δείγματα τροφίμων από την ελληνική αγορά και εξετάζει τη συγκέντρωση διοξινών, διοξινοειδών και μη διοξινοειδών PCB.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελλάδα: Δεκάδες τόνοι ακατάλληλου κρέατος στα δίχτυα των ελεγκτικών αρχών – Μόνο ο ΕΦΕΤ κατάσχεσε 17,6 τόνους
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Δηλητηρίαση από ισταμίνη στο κοτόπουλο: Σειρά δηλητηριάσεων σε νηπιαγωγεία δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα ψάρια
Οι ουσίες αυτές έχουν τεκμηριωμένη καρκινογόνο δράση και συνδέονται με ενδοκρινικές διαταραχές, επιπτώσεις στη γονιμότητα, ανοσολογικές δυσλειτουργίες, μεταβολικές νόσους και νευροαναπτυξιακά προβλήματα όταν η έκθεση αφορά έμβρυα και παιδιά. Είναι επίμονοι οργανικοί ρύποι που συσσωρεύονται στο περιβάλλον και μεταφέρονται στην τροφική αλυσίδα. Λόγω της λιποφιλικής τους φύσης συγκεντρώνονται κυρίως σε ζωικά τρόφιμα και στον ανθρώπινο οργανισμό αποθηκεύονται στον λιπώδη ιστό και στο ήπαρ.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το δημοφιλές φρούτο που “πρωταγωνιστεί” σε θανατηφόρες δηλητηριάσεις – Νέα μαζική ανάκληση έως 100.000 τεμαχίων
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τα εντόσθια εμφανίζουν από τις υψηλότερες συγκεντρώσεις μεταξύ των τροφίμων ζωικής προέλευσης. Η μέση τιμή για το σύνολο διοξινών και διοξινοειδών PCB φτάνει τα 3,31 pg WHO-TEQ ανά γραμμάριο λίπους, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από αυτό που καταγράφεται σε άλλα είδη κρέατος όπως το βοδινό, το χοιρινό και το κοτόπουλο. Σε όρους νωπού βάρους, οι τιμές φτάνουν τα 0,16 pg WHO-TEQ ανά γραμμάριο, με ανώτατες τιμές έως 0,30 pg. Η αυξημένη συγκέντρωση σχετίζεται με τον ρόλο των οργάνων αυτών στον οργανισμό των ζώων. Το ήπαρ και τα υπόλοιπα εντόσθια λειτουργούν ως σημεία αποθήκευσης λιποδιαλυτών ουσιών, με αποτέλεσμα να συσσωρεύουν μεγαλύτερες ποσότητες περιβαλλοντικών ρύπων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τι ώρα ανοίγουν και τι ώρα κλείνουν σήμερα Μεγάλη Παρασκευή τα σουπερμάρκετ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | JUMBO: Στον «αέρα» παραμένει η πασχαλινή διαφήμιση, παρά το τελεσίγραφο του ΣΕΕ για αλλαγές και προβολή μόνο σε ενηλίκους
Ωστόσο, αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε υψηλή επιβάρυνση για τον γενικό πληθυσμό. Ο βασικός λόγος είναι ότι η κατανάλωσή τους είναι πολύ χαμηλή. Στα δεδομένα κατανάλωσης που χρησιμοποιεί η μελέτη, ελάχιστοι άνθρωποι δηλώνουν ότι τρώνε εντόσθια, με αποτέλεσμα η μέση κατανάλωση να είναι πρακτικά μηδενική και να μην επηρεάζει ουσιαστικά τον συνολικό υπολογισμό έκθεσης.
Συνολικά, τα επίπεδα διοξινών και PCB στα τρόφιμα που εξετάστηκαν στην Ελλάδα βρίσκονται κάτω από τα ευρωπαϊκά όρια. Ωστόσο, η συνολική πρόσληψη μέσω της διατροφής παραμένει υψηλή. Για τους ενήλικες, η μέση εβδομαδιαία πρόσληψη εκτιμάται σε 7,14 pg TEQ ανά κιλό σωματικού βάρους, υπερβαίνοντας το ανεκτό όριο των 2 pg που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων. Όπως σας έχει ενημερώσει ήδη το Cibum, τον περασμένο Νοέμβριο, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια Τροφίμων πρότεινε περαιτέρω μείωση, του ανεκτού εβδομαδιαίου ορίου σε 0,6 pg TEQ ανά κιλό σωματικού βάρους, στο πλαίσιο δημόσιας διαβούλευσης που αναμένεται να αποτελέσει τη βάση για πιθανή νομοθετική αναθεώρηση το 2026.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 54 περιστατικά δηλητηρίασης από τόνο – Ο λανθασμένος χειρισμός οδήγησε σε μαζική έκθεση σε ισταμίνη
Με βάση αυτό το προτεινόμενο όριο, η εκτιμώμενη διατροφική έκθεση του ελληνικού πληθυσμού υπερβαίνει το νέο επίπεδο πολλαπλάσια σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Όπως τονίζουν οι ερευνητές, αυτή η υπέρβαση προκαλεί μεγάλη ανησυχία, δεδομένων των κινδύνων για την υγεία που σχετίζονται με την έκθεση σε διοξίνες, οι οποίοι βρίσκονται υπό συνεχή διερεύνηση. Η κύρια πηγή έκθεσης είναι τα ψάρια και τα θαλασσινά, ενώ σημαντική είναι και η συμβολή των ελαίων και των γαλακτοκομικών λόγω της συχνής κατανάλωσης. Τα εντόσθια, αν και παρουσιάζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις, δεν αποτελούν βασικό παράγοντα έκθεσης σε επίπεδο πληθυσμού.
Τα δεδομένα από τη Γερμανία για το 2025 δείχνουν παρόμοια εικόνα ως προς τη συμπεριφορά των ρύπων στα τρόφιμα. Οι περισσότερες κατηγορίες βρίσκονται εντός ορίων, ωστόσο καταγράφονται περιστατικά αυξημένων συγκεντρώσεων σε προϊόντα ζωικής προέλευσης. Στα περισσότερα είδη κρέατος τα επίπεδα ήταν χαμηλά. Το χοιρινό και το βοδινό εμφάνισαν τιμές κάτω από τα ανώτατα όρια, με εξαίρεση ένα περιστατικό σε μοσχαρίσιο κρέας όπου δεν εντοπίστηκε η πηγή μόλυνσης.
Στα άγρια ζώα, και ιδιαίτερα στον αγριόχοιρο, οι συγκεντρώσεις ήταν αισθητά υψηλότερες, γεγονός που αποδίδεται στις συνθήκες διαβίωσης και διατροφής τους. Στα ψάρια τα επίπεδα παρέμειναν χαμηλά και εντός ορίων, ενώ αυξημένες συγκεντρώσεις καταγράφηκαν, όπως αναμενόταν, στο συκώτι ψαριών και ειδικά στον μπακαλιάρο. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αυγά εμφάνισαν γενικά χαμηλές τιμές, με εξαίρεση μεμονωμένες περιπτώσεις. Σε μία από αυτές, η πηγή μόλυνσης εντοπίστηκε σε υλικό της στέγης πτηνοτροφείου. Αντίστοιχα χαμηλές συγκεντρώσεις καταγράφηκαν σε φυτικά προϊόντα, ελαιόλαδο και παιδικές τροφές. Στις ζωοτροφές δεν διαπιστώθηκαν υπερβάσεις, με εξαίρεση ένα δείγμα με επιβεβαιωμένη επιμόλυνση.
Οι διοξίνες και τα PCB είναι επίμονοι οργανικοί ρύποι που προκύπτουν κυρίως από καύσεις και βιομηχανικές διεργασίες. Παραμένουν στο περιβάλλον για μεγάλα χρονικά διαστήματα και μεταφέρονται στην τροφική αλυσίδα, όπου συσσωρεύονται κυρίως σε λιπαρούς ιστούς. Η διατροφική έκθεση είναι συνεχής και αθροιστική. Η κατανάλωση τροφίμων με χαμηλές συγκεντρώσεις οδηγεί σε σταδιακή επιβάρυνση του οργανισμού, η οποία δεν αποτυπώνεται στους μεμονωμένους ελέγχους προϊόντων αλλά προκύπτει από τη συνολική διατροφή.