Μελέτη φωτίζει τους κινδύνους από εντερικούς ιούς και την ανάγκη νέων στρατηγικών ασφάλειας
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Control εξετάζει τις προκλήσεις που αφορούν την ανίχνευση του νοροϊού και του ιού της ηπατίτιδας Α σε κατεψυγμένα μούρα. Η εργασία, με τίτλο «Ανίχνευση τροφιμογενών ιών στα μούρα – Η κατάσταση της επιστήμης και σκέψεις για το μέλλον», συγκεντρώνει επιστημονικές και πρακτικές γνώσεις γύρω από το ζήτημα και προτείνει νέες κατευθύνσεις στη διαχείριση κινδύνων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται δημοφιλή μπισκότα λόγω μούχλας – Η ανακοίνωση της εταιρείας για την αιτία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Απίστευτο: Οι κότες μπορούν να έχουν… άποψη για τους ανθρώπους – Δείτε τι αποκάλυψε επιστημονικό πείραμα
Σύμφωνα με τον FAO και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τα κατεψυγμένα μούρα που έχουν μολυνθεί με τον ιό της ηπατίτιδας Α και τον νοροϊό κατατάσσονται στις σημαντικότερες απειλές για τη δημόσια υγεία διεθνώς. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η FDA έχει ήδη θέσει τα συγκεκριμένα προϊόντα σε προτεραιότητα, δημοσιεύοντας τον Ιανουάριο του 2025 μια στρατηγική πρόληψης ειδικά για αυτή την κατηγορία.
Η μελέτη συγκέντρωσε πανεπιστημιακούς, ειδικούς της βιομηχανίας και κρατικούς επιστήμονες στους τομείς της ιολογίας τροφίμων, της μικροβιολογίας, της ασφάλειας και της εκτίμησης κινδύνου. Η επιτροπή, που συγκλήθηκε από το Frozen Food Foundation, υπογράμμισε ότι η ασφάλεια των κατεψυγμένων φρούτων δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε τεχνολογίες μοριακής ανίχνευσης. Αντιθέτως, χρειάζεται ένα νέο μοντέλο που θα ενισχύει την πρόληψη σε όλα τα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού, από την καλλιέργεια έως τη διάθεση στο ράφι.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Εντοπίστηκαν ξυράφια μέσα σε ρύζι – Ενημέρωση παραληπτών και άμεση απόσυρση
Οι ειδικοί πρότειναν πρακτικές όπως η αυστηρή διασφάλιση της ποιότητας του νερού στην παραγωγή και η εφαρμογή κατάλληλων μεθόδων επεξεργασίας. Παράλληλα, επισήμαναν τα όρια των τρεχόντων πρωτοκόλλων δειγματοληψίας και ελέγχου, τα οποία αποδίδουν καλύτερα μόνο όταν η μόλυνση είναι εκτεταμένη, κάτι που σπάνια συμβαίνει στην πράξη. Σε πραγματικές συνθήκες, η παρουσία ιών είναι συχνά χαμηλή και ανομοιόμορφα κατανεμημένη, γεγονός που καθιστά τις εξετάσεις λιγότερο αξιόπιστες.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι πως καμία μέθοδος ανίχνευσης δεν μπορεί να εγγυηθεί πλήρη ασφάλεια, αφού τα αποτελέσματα ισχύουν μόνο για τα συγκεκριμένα δείγματα που αναλύονται και όχι για ολόκληρες παρτίδες. Η βιομηχανία καλείται, συνεπώς, να επενδύσει σε πιο ολοκληρωμένες στρατηγικές πρόληψης, με στόχο τη θωράκιση της δημόσιας υγείας.