Μόλυνση από μικροπλαστικά από έτοιμα προς μαγείρεμα δίθυρα μαλάκια – Επιπτώσεις στην ασφάλεια των τροφίμων και την έκθεση στον άνθρωπο
Η μόλυνση από μικροπλαστικά στα θαλασσινά έχει αναδειχθεί ως σημαντική ανησυχία για τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων. Τα δίθυρα μαλάκια είναι ιδιαίτερα ευάλωτα λόγω της συμπεριφοράς τους ως προς τη διήθηση, η οποία οδηγεί στη συσσώρευση διαφόρων ουσιών στο θαλασσινό νερό, συμπεριλαμβανομένων ρύπων όπως τα μικροπλαστικά.
Νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό foods εξετάζει εάν τα έτοιμα προς μαγείρεμα όστρακα, ιδιαίτερα τα κυδώνια, μεταφέρουν μικροπλαστικά στον καταναλωτή. Η έρευνα συνέκρινε δύο κατηγορίες προϊόντων, κατεψυγμένα κυδώνια με κέλυφος και τα βαθιά κατεψυγμένα, ήδη καθαρισμένα, που πωλούνται μέσα σε υγρό συντήρησης. Η σύγκριση αυτή αποκαλύπτει καθαρά ότι η βιομηχανική επεξεργασία επηρεάζει σημαντικά την ποσότητα και το είδος της μικροπλαστικής ρύπανσης που φτάνει στο πιάτο μας.
Πέντε δείγματα έτοιμων προς μαγείρεμα κατεψυγμένων οστράκων Κυδώνια (Chamelea gallina και Paphia textile) με κελύφη (FC) συσκευασμένων σε κενό αέρος και πέντε δείγματα βαθιάς κατάψυξης χωρίς κελύφη (DFC) συσκευασμένων σε πλαστικές σακούλες με συντηρητικό υγρό αγοράστηκαν από δύο αγορές λιανικής και τρία GDO στο Μπάρι (Απουλία, Ιταλία).
Ξεκινώντας από τη βασική διαπίστωση, τα βαθιά κατεψυγμένα και καθαρισμένα όστρακα, είχαν πολλαπλάσιες ποσότητες μικροπλαστικών σε σχέση με ταα κατεψυγμένα με κέλυφος. Η πρώτη κατηγορία έφτασε κατά μέσο όρο τα 2.58 σωματίδια ανά γραμμάριο, ενώ η δεύτερη μόλις 0.43. Η διαφορά αυτή είναι ένδειξη ότι η απουσία κελύφους, το υγρό συντήρησης και η επαφή με υλικά συσκευασίας αφήνουν το προϊόν περισσότερο εκτεθειμένο σε δευτερογενή επιμόλυνση. Το κέλυφος προφανώς λειτουργεί ως φυσικό εμπόδιο. Όταν αφαιρείται, οι σάρκες των οστράκων έρχονται σε άμεση επαφή με τις επιφάνειες επεξεργασίας και τη συσκευασία, κάτι που φαίνεται καθαρά στους αριθμούς που καταγράφηκαν.
Η μορφολογία των σωματιδίων έδειξε ότι οι πλαστικές ίνες κυριαρχούν με ευρεία διαφορά. Πρόκειται κυρίως για μικρά τμήματα συνθετικών υφασμάτων, υλικών συσκευασίας και πλαστικών που προκύπτουν από τριβή και μηχανική φθορά. Τα περισσότερα σωματίδια βρίσκονταν στη κατηγορία 5–500 μm, δηλαδή σε μέγεθος που ευνοεί τη βιολογική πρόσληψη και ενδεχομένως τη διείσδυση σε ιστούς, κάτι που έχει επιβεβαιωθεί σε προηγούμενες τοξικολογικές μελέτες. Το χρώμα τους ήταν κυρίως διάφανο στα κυδώνια με κέλυφος, ενώ στα καθαρισμένα υπήρχε μεγαλύτερη ποικιλία, με μαύρα και μπλε σωματίδια, γεγονός που υποδεικνύει ποικιλία πηγών ρύπανσης, από θαλάσσια μέχρι βιομηχανικά ίχνη.
Η χημική ανάλυση μέσω FT-IR έδειξε ότι τα μικροπλαστικά δεν έχουν όλα τον ίδιο κίνδυνο για τους καταναλωτές. Τα κατεψυγμένα με κέλυφος εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά πολυουρεθάνης και PVC, δύο πολυμερών με υψηλή ταξινόμηση επικινδυνότητας λόγω τοξικών πρόσθετων και μονομερών. Οι βαθιά κατεψυγμένοι είχαν μεγαλύτερα ποσοστά πολυστυρενίου και νάιλον, υλικά που συχνά προέρχονται από συσκευασίες, μονωτικά, ρούχα ή εξοπλισμό μεταποίησης. Η ποικιλία των υλικών που εντοπίστηκαν – από επιχρίσματα βαφής μέχρι καουτσούκ EPDM και κυτταρίνη – δείχνει ότι η ρύπανση προέρχεται τόσο από το θαλάσσιο περιβάλλον όσο και από τη βιομηχανική αλυσίδα.
Ο Δείκτης Επικινδυνότητας Πολυμερών (PHI) ήταν εντυπωσιακά υψηλός για τις δύο κατηγορίες, με τα κυδώνια με κέλυφος να φτάνουν υψηλότερη συνολική τιμή λόγω του μεγαλύτερου ποσοστού πολυουρεθάνης και PVC. Αυτά τα υλικά φέρουν πρόσθετα που έχουν συσχετιστεί με ενδοκρινικές διαταραχές και άλλες μακροχρόνιες επιπτώσεις. Τα καθαρισμένα οστρακα είχαν χαμηλότερο συνολικό PHI, αλλά αντίστοιχα υψηλό φορτίο μικροπλαστικών που καταναλώνεται τελικά από τον άνθρωπο, κάτι που δεν μειώνει τον κίνδυνο αλλά τον μετατοπίζει ποιοτικά.
Για να υπάρχει ρεαλιστική εικόνα της ανθρώπινης έκθεσης, οι ερευνητές υπολόγισαν την Ημερήσια Εκτιμώμενη Λήψη μικροπλαστικών. Τα βαθιά κατεψυγμένα κυδώνια χωρίς κέλυφος οδήγησαν σε σχεδόν διπλάσια ημερήσια κατανάλωση μικροπλαστικών σε σχέση με αυτά με κέλυφος, πριν ακόμη μπει ο παράγοντας μαγειρέματος. Μετά το τηγάνισμα, η ποσότητα ινών αυξήθηκε, καθώς η θερμική επεξεργασία ευνοεί τον τεμαχισμό και την απελευθέρωση ινωδών σωματιδίων, με αποτέλεσμα η τελική έκθεση να παραμένει σημαντική. Στις μεσογειακές χώρες, όπου η κατανάλωση οστράκων είναι ιδιαίτερα υψηλή, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο χρόνιο φορτίο μικροπλαστικών στον οργανισμό .
Το γενικό συμπέρασμα είναι πως τα έτοιμα προς κατανάλωση ή μαγείρεμα όστρακα, και ιδιαίτερα όσα έχουν απομακρυνθεί από το φυσικό τους κέλυφος, αποτελούν οδό εισόδου μικροπλαστικών και μάλιστα πολυμερών με υψηλή χημική επικινδυνότητα. Η βιομηχανική επεξεργασία δεν λειτουργεί απλώς ως ουδέτερο βήμα, αλλά ως παράγοντας που μπορεί να αυξήσει την επιμόλυνση, ειδικά όταν συνδυάζεται με υγρά συντήρησης και πλαστικές συσκευασίες. Η μελέτη υποστηρίζει την ανάγκη για σαφείς κανονισμούς, καλύτερα υλικά συσκευασίας, παρακολούθηση στους σταθμούς επεξεργασίας και πιο αυστηρές αναλύσεις σε προϊόντα που πωλούνται χωρίς κέλυφος.
Συνοπτικά και σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, η βιομηχανική επεξεργασία επηρεάζει σημαντικά τη μόλυνση από μικροπλαστικά στις έτοιμες προς μαγείρεμα αχιβάδες, με τα κατεψυγμένα, αποφλοιωμένα προϊόντα να παρουσιάζουν υψηλότερη Εκτιμώμενη Μέση Ημερήσια Πρόσληψη και σημαντικό Δείκτη Κινδύνου Πολυμερών (σε σύγκριση με τις κατεψυγμένες αχιβάδες με κελύφη), αντανακλώντας τις συνδυασμένες επιπτώσεις της αφαίρεσης κελύφους, των υγρών συντήρησης και των υλικών συσκευασίας. Οι ίνες κυριαρχούσαν και στους δύο τύπους προϊόντων, ενώ τα προφίλ πολυμερών υποδεικνύουν συνεισφορές τόσο από περιβαλλοντικές όσο και από πηγές που σχετίζονται με την επεξεργασία, με τα πολυμερή υψηλού κινδύνου όπως η PU, το PVC και το ABS να κυριαρχούν στον χημικό κίνδυνο. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι η κατανάλωση επεξεργασμένων δίθυρων (ιδιαίτερα των αποφλοιωμένων προϊόντων) αντιπροσωπεύει μια σημαντική διαιτητική οδό έκθεσης σε χημικά επικίνδυνα μικροπλαστικά, υπογραμμίζοντας την επείγουσα ανάγκη για ολοκληρωμένη παρακολούθηση, τυποποιημένα πρωτόκολλα ανίχνευσης, κανονιστικά όρια και προληπτικές στρατηγικές σε όλη τη συγκομιδή, την επεξεργασία και τη συσκευασία, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις αλλαγές στη βιοδιαθεσιμότητα των μικροπλαστικών που σχετίζονται με το μαγείρεμα και ενσωματώνοντας
τους δείκτες κινδύνου με τις εκτιμήσεις της διαιτητικής πρόσληψης για την ελαχιστοποίηση των πιθανών κινδύνων για την υγεία και την προστασία της ασφάλειας των καταναλωτών.
