Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεσπίζει αυστηρότερα όρια για το νικέλιο σε τρόφιμα και ποτά
Σε ισχύ τέθηκαν από την 1η Ιουλίου 2025 τα νέα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια για την περιεκτικότητα νικελίου σε πλήθος τροφίμων, με στόχο την ενίσχυση της προστασίας της δημόσιας υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα όρια αυτά καθορίζονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1987 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος τροποποιεί τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/915. Πρόκειται για μια απόφαση που βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα και συστάσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA).
Το νικέλιο είναι ένα βαρύ μέταλλο που εμφανίζεται φυσικά στο περιβάλλον και μπορεί να εισέλθει στην τροφική αλυσίδα μέσω του εδάφους και του νερού. Το 2020, η EFSA προχώρησε σε αναθεώρηση της αξιολόγησης κινδύνου, τονίζοντας ότι η πρόσληψη νικελίου σε συγκεκριμένα επίπεδα μπορεί να προκαλέσει χρόνιες ή οξείες επιδράσεις, όπως δερματικές παθήσεις (έκζεμα), νευρολογικές επιπτώσεις και αυξημένο κίνδυνο αποβολής. Στο πλαίσιο αυτό, καθορίστηκε η ανεκτή ημερήσια πρόσληψη (TDI) στα 3 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους.
Ωστόσο, βάσει δεδομένων παρακολούθησης από το 2016 έως το 2018, η EFSA διαπίστωσε ότι η TDI υπερβαίνεται σε ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες, κυρίως σε βρέφη, νήπια και παιδιά ηλικίας έως 10 ετών. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε την Επιτροπή στην υιοθέτηση ανώτατων ορίων για την περιεκτικότητα νικελίου σε συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων, όπως ξηροί καρποί, λαχανικά, όσπρια, σοκολάτα, προϊόντα σόγιας, γαλακτοκομικά παρασκευάσματα και παιδικές τροφές.
Ο κανονισμός προβλέπει επίσης επιπλέον όρια που θα τεθούν σε εφαρμογή την 1η Ιουλίου 2026 για τα δημητριακά, ώστε να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος προσαρμογής στις αλυσίδες εφοδιασμού. Το ξεφλουδισμένο ρύζι, το σκληρό σιτάρι, η βρώμη, τα ψευδοδημητριακά και τα υπόλοιπα είδη δημητριακών θα υπάγονται σε ειδικά όρια που κυμαίνονται από 0,8 έως 5 mg/kg.
Σημαντικό είναι ότι τα τρόφιμα που έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά πριν την 1η Ιουλίου 2025 (ή 2026 για τα δημητριακά), μπορούν να παραμείνουν διαθέσιμα μέχρι τη λήξη της διάρκειας ζωής τους, χωρίς να χρειάζεται να αποσυρθούν.
Πρόσφατα, η Υπηρεσία Κτηνιατρικών Θεμάτων και Τροφίμων του Λουξεμβούργου (ALVA) ολοκλήρωσε πενταετή μελέτη για την παρουσία νικελίου σε τρόφιμα και ποτά μη ζωικής προέλευσης. Η έρευνα ανέλυσε 660 δείγματα μεταξύ 2017 και 2021 και κατέδειξε ότι τα περισσότερα προϊόντα είχαν χαμηλή μέση περιεκτικότητα. Ωστόσο, υψηλές συγκεντρώσεις εντοπίστηκαν σε προϊόντα όπως οι ηλιόσποροι, τα καρύδια και το κάσιους, η σκόνη κακάο, η ρίγανη και τα αποξηραμένα μπιζέλια. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η συμβολή της σκόνης κακάο στην ημερήσια έκθεση των παιδιών, ειδικά σε ηλικίες άνω του ενός έτους. Η μελέτη του Λουξεμβούργου εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο συλλογής δεδομένων από τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με την EFSA, με στόχο τον καλύτερο προσδιορισμό των πηγών μόλυνσης και την υποστήριξη της ευρωπαϊκής πολιτικής τροφίμων. Η παρακολούθηση τέτοιων επιμολύνσεων επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό κινδύνων και την αναπροσαρμογή των ορίων ασφαλείας, διασφαλίζοντας έτσι την υγεία των καταναλωτών.