Η παρουσία μυκοτοξινών στις ζωοτροφές αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που αξιολογούνται στο πλαίσιο της ασφάλειας της τροφικής αλυσίδας, καθώς μπορεί να επηρεάσει τόσο την υγεία των εκτρεφόμενων ζώων όσο και, έμμεσα, την ασφάλεια των τροφίμων ζωικής προέλευσης. Μία από τις πλέον μελετημένες μυκοτοξίνες είναι η ζεαραλενόνη (Zearalenone – ZEN), η οποία παράγεται από μύκητες του γένους Fusarium και απαντάται κυρίως σε δημητριακά και φυτικές πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ζωοτροφών. Σύμφωνα με πρόσφατη επιστημονική γνώμη της Croatian Agency for Agriculture and Food (HAPIH), μέσω του Centre for Food Safety, η αξιολόγηση της έκθεσης των παραγωγικών ζώων στη ζεαραλενόνη δείχνει ότι, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ο πιθανός κίνδυνος για τον καταναλωτή μέσω των τροφίμων ζωικής προέλευσης παραμένει πολύ χαμηλός. Η επιστημονική γνώμη δημοσιεύθηκε ως Food Risk Assess Europe FR-00113 στη Wiley Online Library.
Η ζεαραλενόνη διαθέτει έντονη οιστρογονική δράση και επηρεάζει κυρίως το αναπαραγωγικό σύστημα των ζώων. Τα χοιρινά θεωρούνται το πλέον ευαίσθητο είδος, ενώ επιδράσεις έχουν επίσης περιγραφεί σε αρνιά πάχυνσης, κοτόπουλα και γαλοπούλες. Η ουσία αναπτύσσεται κυρίως σε καλαμπόκι, σιτάρι, κριθάρι και άλλα δημητριακά όταν επικρατούν ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης μυκήτων, τόσο κατά την καλλιέργεια όσο και κατά την αποθήκευση των πρώτων υλών.
Η αξιολόγηση βασίστηκε σε εθνικά δεδομένα που συλλέχθηκαν στην Κροατία την περίοδο 2020-2024. Αναλύθηκαν συνολικά 1.489 δείγματα ζωοτροφών, τα οποία προέρχονταν τόσο από επίσημους ελέγχους όσο και από προγράμματα παρακολούθησης της HAPIH. Μετά την επεξεργασία των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν 677 δείγματα από τους επίσημους ελέγχους και 521 δείγματα της HAPIH, καθώς αποκλείστηκαν μη επαρκώς χαρακτηρισμένα δείγματα και κατηγορίες με περιορισμένο αριθμό αναλύσεων ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπιστία της εκτίμησης.
Η εκτίμηση της έκθεσης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), συνδυάζοντας τα επίπεδα ζεαραλενόνης στις ζωοτροφές με την ημερήσια κατανάλωση τροφής και το σωματικό βάρος των ζώων. Η ανάλυση αφορούσε χοιρίδια, χοίρους πάχυνσης, κοτόπουλα, γαλοπούλες και αρνιά πάχυνσης, δηλαδή τα είδη για τα οποία η EFSA διαθέτει τοξικολογικές τιμές αναφοράς.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όλες οι συγκεντρώσεις ζεαραλενόνης που ανιχνεύθηκαν στα δείγματα παρέμειναν κάτω από τις ενδεικτικές τιμές που προβλέπει η ευρωπαϊκή και η εθνική νομοθεσία για τις ζωοτροφές. Παράλληλα, η εκτιμώμενη έκθεση των ζώων ήταν σημαντικά χαμηλότερη από τις τοξικολογικές τιμές αναφοράς (NOAEL) που έχει καθορίσει η EFSA. Στις περισσότερες περιπτώσεις η έκθεση αντιστοιχούσε σε ποσοστό από 0% έως περίπου 20% της αντίστοιχης τιμής NOAEL, ένδειξη ότι ο κίνδυνος για την υγεία των ζώων κατά την περίοδο της μελέτης ήταν χαμηλός.
Η επιστημονική ομάδα επισημαίνει ότι η ζεαραλενόνη εξακολουθεί να ανιχνεύεται στις ζωοτροφές, γεγονός που συνδέεται με την ευρεία παρουσία των μυκήτων Fusarium στα δημητριακά και με την επίδραση των κλιματικών συνθηκών και των πρακτικών αποθήκευσης στην παραγωγή μυκοτοξινών. Η συνεχής παρακολούθηση θεωρείται απαραίτητη ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα πιθανές μεταβολές στα επίπεδα επιμόλυνσης, ιδιαίτερα σε περιόδους που οι καιρικές συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη μυκήτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτίμηση σχετικά με την ασφάλεια των τροφίμων ζωικής προέλευσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, η μεταφορά της ζεαραλενόνης από τις ζωοτροφές στους μυϊκούς ιστούς και στα υπόλοιπα βρώσιμα μέρη των ζώων είναι περιορισμένη. Για τον λόγο αυτό αναμένεται ότι οι συγκεντρώσεις στο κρέας είναι πολύ χαμηλές ή μη ανιχνεύσιμες, με αποτέλεσμα ο δυνητικός κίνδυνος για την υγεία των καταναλωτών μέσω της κατανάλωσης κρέατος να θεωρείται αμελητέος υπό τις συνθήκες που αξιολογήθηκαν.
Η μελέτη επισημαίνει επίσης ορισμένους περιορισμούς που επηρεάζουν την ακρίβεια της εκτίμησης κινδύνου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ανομοιογένεια στην ταξινόμηση των ζωοτροφών, οι διαφοροποιήσεις στη δειγματοληψία, η άνιση εκπροσώπηση ορισμένων κατηγοριών ζωοτροφών και το υψηλό ποσοστό αναλυτικών αποτελεσμάτων κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης. Οι παράγοντες αυτοί αυξάνουν την αβεβαιότητα της αξιολόγησης και αναδεικνύουν την ανάγκη για περισσότερο τυποποιημένες διαδικασίες συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων.
Η επιστημονική γνώμη προτείνει τη βελτίωση του συστήματος παρακολούθησης μέσω καλύτερου σχεδιασμού των δειγματοληψιών, εναρμόνισης της κατηγοριοποίησης των ζωοτροφών, χρήσης περισσότερο ευαίσθητων αναλυτικών μεθόδων και αξιοποίησης πληροφοριών για τη γεωγραφική προέλευση των δειγμάτων. Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία των μελλοντικών εκτιμήσεων και να υποστηρίξουν αποτελεσματικότερα την προστασία της υγείας των ζώων και τη διατήρηση υψηλού επιπέδου ασφάλειας των τροφίμων ζωικής προέλευσης.