Μελέτη σε συνθήκες πραγματικής παραγωγής
Η παρουσία υπολειμμάτων φυτοπροστατευτικών προϊόντων στο ελαιόλαδο παραμένει αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης, με έμφαση στη σύνδεση μεταξύ καλλιεργητικών πρακτικών και τελικής ποιότητας του προϊόντος. Μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε εμπορικούς ελαιώνες της Νότιας Ελλάδας αξιολόγησε τη συμπεριφορά υπολειμμάτων και τα τελικά επίπεδά τους σε ελιές και ελαιόλαδο, στο πλαίσιο πραγματικών συνθηκών παραγωγής.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Χώρα της ΕΕ προετοιμάζεται για σενάριο πολέμου, με επενδύσεις εκατομμυρίων σε τρόφιμα και νερό
Η έρευνα επικεντρώθηκε σε επτά διαφορετικές δραστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση βασικών εχθρών και ασθενειών της ελιάς. Οι εφαρμογές πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με στρατηγικές φυτοπροστασίας που βασίζονται σε δεδομένα πεδίου, όπως οι παγίδες για τον δάκο, καθώς και σε πρακτικές ολοκληρωμένης διαχείρισης. Δείγματα συλλέχθηκαν από το σύνολο των αγροτεμαχίων και αναλύθηκαν για ευρύ φάσμα ουσιών και μεταβολιτών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Η νέα επιφάνεια κοπής που δεν λεκιάζει, δεν συγκρατεί βακτήρια και δεν χαλάει, κερδίζει έδαφος έναντι ξύλου και πλαστικού
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | LIDL Fr: Επείγουσα ανάκληση μπισκότων από 255 καταστήματα (φωτο)
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα υπολείμματα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που εφαρμόστηκαν με βάση τη συγκεκριμένη στρατηγική ήταν σημαντικά χαμηλότερα σε σύγκριση με τα επίπεδα που αναμένονται υπό πιο αυστηρά σενάρια εγκεκριμένων χρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ελαιόλαδο ανιχνεύθηκαν δύο από τις οκτώ δραστικές ουσίες που χρησιμοποιήθηκαν, συγκεκριμένα το phosmet και η lambda-cyhalothrin, με τη δεύτερη να εμφανίζεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Γνωστές κουζίνες προκάλεσαν δεκάδες εγκαύματα σε καταναλωτές στις ΗΠΑ – Ανακαλούνται πάνω από 180.000 συσκευές
Η μελέτη επισημαίνει ότι ορισμένες δραστικές ουσίες με λιποδιαλυτές ιδιότητες μπορούν να μεταφέρονται από τον καρπό στο λάδι και να συγκεντρώνονται στη λιπαρή φάση. Η διαδικασία παραγωγής του ελαιολάδου, καθώς και τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των ουσιών, επηρεάζουν τον βαθμό μεταφοράς και συγκέντρωσης των υπολειμμάτων.
Παράλληλα, καταγράφεται ότι υπολείμματα μπορούν να προκύψουν ακόμη και όταν τηρούνται οι εγκεκριμένες πρακτικές, λόγω παραγόντων όπως η μη τήρηση των χρονικών διαστημάτων πριν τη συγκομιδή, η χρήση μη εγκεκριμένων εφαρμογών ή η μεταφορά ουσιών από γειτονικές καλλιέργειες. Σημειώνεται επίσης ότι η συγκέντρωση των υπολειμμάτων στο ελαιόλαδο μπορεί να είναι υψηλότερη σε σχέση με τον καρπό, δεδομένου ότι απαιτούνται περίπου πέντε κιλά ελιών για την παραγωγή ενός λίτρου λαδιού.
Η έρευνα εντάσσεται σε ευρύτερη προσπάθεια αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των πρακτικών ολοκληρωμένης διαχείρισης σε πραγματικές συνθήκες παραγωγής και της επίδρασής τους στα επίπεδα υπολειμμάτων, με στόχο τη διασφάλιση της ποιότητας και της ασφάλειας του ελαιολάδου.
Για να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη πατήστε ΕΔΩ
