Οι ερευνητές συνδέουν τη χαμηλή παραγωγικότητα με τον κατακερματισμό, την περιορισμένη χρηματοδότηση και την αργή τεχνολογική αναβάθμιση
Η ανάγκη για ριζικό εκσυγχρονισμό, αλλαγή μεγέθους και υιοθέτηση νέων τεχνολογιών στον τομέα των ελληνικών αγροτικών συνεταιρισμών ελαιολάδου έρχεται στο προσκήνιο μέσα από μια νέα επιστημονική μελέτη που χαρτογραφεί την πραγματικότητα του κλάδου. Η έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου Πατρών και του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος, δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Sustainability της MDPI. Οι ερευνητές ανέλυσαν τα οικονομικά και λειτουργικά δεδομένα 33 ελληνικών ελαιουργικών συνεταιρισμών για μια συνεχόμενη πενταετία, αποτυπώνοντας τις αδυναμίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οργανώσεις αυτές στην προσπάθειά τους να παραμείνουν βιώσιμες και ανταγωνιστικές.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | ΈΚΤΑΚΤΟ: Δεκάδες κρούσματα γαστρεντερίτιδας στο Νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Λουκέτο σε μίνι μάρκετ: Τρωκτικά είχαν ροκανίσει συσκευασίες επώνυμων προϊόντων
Η ελληνική ελαιοπαραγωγή στηρίζεται παραδοσιακά σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό μικρών παραγωγών και κατακερματισμένων κλήρων, με τη μέση ιδιοκτησία να κυμαίνεται κάτω από τα πέντε εκτάρια και οι συνεταιρισμοί λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός για τη συγκέντρωση της παραγωγής και τη λειτουργία των ελαιοτριβείων. Ωστόσο, η μελέτη δείχνει ότι η εγχώρια συνεταιριστική δομή αποτελείται από πολλές μικρές και λιγότερο οργανωμένες μονάδες, γεγονός που εμποδίζει την επίτευξη οικονομιών κλίμακας και δημιουργεί μεγάλες ανισότητες στην απόδοση.
Τα ευρήματα των πανεπιστημιακών δείχνουν ότι ο μέσος δείκτης τεχνικής αποδοτικότητας των συνεταιρισμών παραμένει χαμηλός, στο 0,49 με άριστα το 1, πράγμα που σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος των οργανώσεων απέχει σημαντικά από τις βέλτιστες πρακτικές διαχείρισης. Το 2020, σχεδόν το 79% των συνεταιρισμών που εξετάστηκαν βρισκόταν σε χαμηλά επίπεδα αποδοτικότητας. Παρά το γεγονός ότι το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 48% το 2024, σχεδόν οι μισοί συνεταιρισμοί εξακολουθούν να λειτουργούν με υψηλό λειτουργικό κόστους και χαμηλή παραγωγικότητα, ενώ μόνο ένας στους τρεις συνεταιρισμούς καταφέρνει σταθερά να πιάνει την κορυφαία απόδοση.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην περιορισμένη τεχνολογική πρόοδο του κλάδου. Η μεταβολή της παραγωγικότητας τα τελευταία χρόνια αποδίδεται κυρίως σε διοικητικές διορθώσεις της στιγμής και σε προσπάθειες καλύτερης διαχείρισης των υπαρχόντων πόρων, παρά σε πραγματικό τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Ο σχετικός δείκτης τεχνολογικής αλλαγής βρέθηκε κάτω από τη μονάδα, γεγονός που φανερώνει τη χαμηλή διείσδυση των σύγχρονων μεθόδων επεξεργασίας και τυποποίησης στον κλάδο. Οι συνεταιρισμοί δυσκολεύονται να ενσωματώσουν τεχνολογίες όπως τα συστήματα έκθλιψης δύο φάσεων, οι σύγχρονοι διαχωριστήρες, τα συστήματα ανάκτησης θερμότητας και η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Αυτή η καθυστέρηση οφείλεται στο μικρό μέγεθος των μονάδων, την περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, το υψηλό ενεργειακό κόστος και τις περίπλοκες διαδικασίες λήψης αποφάσεων στα συλλογικά όργανα.
Ένα άλλο κρίσιμο σημείο που αναδεικνύει η μελέτη είναι ότι 30 από τους 33 συνεταιρισμούς λειτουργούν υπό καθεστώς αυξανόμενων αποδόσεων κλίμακας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι μονάδες αυτές είναι μικρότερες από το ιδανικό μέγεθος και θα μπορούσαν να γίνουν πολύ πιο αποδοτικές αν μεγάλωναν τη χωρητικότητά τους, αν συγχωνεύονταν ή αν μοιράζονταν κοινές υποδομές. Μόνο τρεις συνεταιρισμοί από το δείγμα βρέθηκαν να έχουν το βέλτιστο μέγεθος παραγωγής.
Η οικονομική βιωσιμότητα των συνεταιρισμών συνδέεται άμεσα με την περιβαλλοντική και κοινωνική τους προσφορά. Ένας υγιής οικονομικά συνεταιρισμός έχει τη δυνατότητα να επενδύσει σε καθαρές τεχνολογίες, να μειώσει την κατανάλωση νερού και ενέργειας κατά την ελαιοποίηση, να διαχειριστεί καλύτερα τα υγρά απόβλητα και τον πυρήνα, αλλά και να στηρίξει το εισόδημα των μελών του και την τοπική κοινωνία της υπαίθρου.
Οι ερευνητές προτείνουν την εγκατάλειψη των οριζόντιων πολιτικών στήριξης, καθώς οι ανάγκες των συνεταιρισμών διαφέρουν ανάλογα με το μέγεθός τους. Για τις μικρότερες μονάδες προτεραιότητα πρέπει να είναι η παροχή τεχνικής βοήθειας και η εκπαίδευση των στελεχών τους. Παράλληλα, τονίζουν ότι η πολιτεία οφείλει να δώσει κίνητρα για συγχωνεύσεις και συνεργασίες ώστε να ξεπεραστεί ο κατακερματισμός. Τέλος, κρίνεται αναγκαία η δημιουργία ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων και εγγυήσεων που θα μειώσουν το ρίσκο των επενδύσεων, επιτρέποντας στους συνεταιρισμούς να αποκτήσουν σύγχρονο εξοπλισμό και ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης.
Πηγή: Sustainability MDPI https://www.mdpi.com/2071-1050/18/11/5377
Αναφορά: Πλιακούρα Αλεξάνδρα, Αθανασία Μαυρομμάτη, Ελένη Αδάμ και Αχιλλέας Κοντογεώργος. 2026. “Δυναμική Παραγωγικότητας και Βιωσιμότητα στους Ελληνικούς Συνεταιρισμούς Ελαιολάδου”
Sustainability 18, αρ. 11: 5377. https://doi.org/10.3390/su18115377