Πέντε από τις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων και ποτών στη Βρετανία αποφάσισαν να κινηθούν πριν από τη νομοθέτηση ενός νέου συστήματος που θα καταγράφει πόσο «υγιεινές» είναι οι πωλήσεις μιας επιχείρησης και όχι απλώς τα επιμέρους προϊόντα που διαθέτει. Οι Carlsberg Britvic, Danone North Europe, KP Snacks, Nomad Foods και Premier Foods δεσμεύτηκαν να αρχίσουν να δημοσιεύουν σχετικά στοιχεία από το 2027, ακολουθώντας κοινή μεθοδολογία και προσφέροντας στην κυβέρνηση ένα πρώτο πρακτικό μοντέλο για το πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί η αναφορά σε ολόκληρο τον κλάδο. Η εξέλιξη συνδέεται άμεσα με το σχέδιο της βρετανικής κυβέρνησης να θεσπίσει υποχρεωτική αναφορά των πωλήσεων υγιεινότερων τροφίμων για όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις του τομέα, συμπεριλαμβανομένων παραγωγών, λιανεμπόρων και επιχειρήσεων εστίασης. Η δέσμευση περιλαμβάνεται στο 10ετές σχέδιο υγείας της Αγγλίας και ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο σημείο αναφοράς για την αγορά, πάνω στο οποίο θα μπορούν στη συνέχεια να τεθούν υποχρεωτικοί στόχοι για τη βελτίωση της σύνθεσης των πωλήσεων. Η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι η σχετική νομοθεσία θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ έως το τέλος της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου, το αργότερο έως το 2029, αφού προηγηθεί δημόσια διαβούλευση.
Η διαφορά είναι σημαντική, επειδή μέχρι σήμερα μεγάλο μέρος της συζήτησης για την υγιεινή διατροφή επικεντρώνεται στο τι περιέχει ένα προϊόν. Το νέο μοντέλο εξετάζει τι πραγματικά αγοράζουν οι καταναλωτές και σε ποιο βαθμό το σύνολο των πωλήσεων μιας εταιρείας αποτελείται από προϊόντα που θεωρούνται υγιεινότερα. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι μια τέτοια υποχρέωση θα δημιουργήσει μεγαλύτερη διαφάνεια και θα δώσει τη δυνατότητα να αξιολογείται η επίδραση των πολιτικών υγείας όχι μόνο από τις αλλαγές στις συνταγές, αλλά και από τις αλλαγές στις αγοραστικές συνήθειες. Για την πρώτη φάση, οι πέντε εταιρείες θα χρησιμοποιήσουν το Nutrient Profiling Model (NPM), το σύστημα βαθμολόγησης που χρησιμοποιείται ήδη στη Βρετανία για την εφαρμογή των περιορισμών στα τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, αλάτι και ζάχαρη (HFSS). Η επιλογή του υφιστάμενου μοντέλου επιτρέπει στις επιχειρήσεις να ξεκινήσουν γρήγορα, καθώς τα δεδομένα και τα συστήματα που απαιτούνται υπάρχουν ήδη. Παράλληλα, όμως, το ίδιο το βρετανικό σχέδιο υγείας προβλέπει την επικαιροποίηση του Nutrient Profiling Model, καθώς θεωρεί ότι το μοντέλο του 2004 δεν ανταποκρίνεται πλέον πλήρως στη σημερινή πραγματικότητα.
Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την αγορά, καθώς η αναφορά των πωλήσεων θα μπορούσε να μετατρέψει τη διατροφική σύνθεση του χαρτοφυλακίου μιας εταιρείας σε μετρήσιμο επιχειρηματικό δείκτη. Η Premier Foods έχει ήδη κάνει ένα πρώτο βήμα, καθώς τον Ιούνιο έγινε η πρώτη μεγάλη εταιρεία επώνυμων τροφίμων στη Βρετανία που δημοσίευσε στοιχεία σχετικά με τις υγιεινότερες πωλήσεις της με βάση το πλαίσιο του κυβερνητικού Food Data Transparency Partnership.
Η πίεση για περισσότερα δεδομένα
Η πρωτοβουλία των πέντε εταιρειών έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η βρετανική πολιτική για τα τρόφιμα μετακινείται σταδιακά από τη γενική προώθηση της υγιεινής διατροφής προς μετρήσιμους στόχους και υποχρεώσεις για ολόκληρη την αγορά. Η Food Data Transparency Partnership, μια συνεργασία κυβέρνησης, επιχειρήσεων και ειδικών, έχει ήδη δημιουργήσει ομάδα εργασίας για τον καθορισμό κοινών μετρικών με τις οποίες οι εταιρείες θα μπορούν να αναφέρουν με συγκρίσιμο τρόπο την υγιεινή των πωλήσεών τους.
Υπάρχει, πάντως, ένα κρίσιμο ζήτημα που δεν έχει ακόμη λυθεί: πώς θα διασφαλιστεί ότι όλες οι εταιρείες θα μετρούν τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Η κυβέρνηση και οι αρμόδιοι φορείς αναγνωρίζουν ότι θα χρειαστούν λεπτομερείς κανόνες για ζητήματα όπως οι εξαγορές και συγχωνεύσεις, η διάκριση των πωλήσεων στη βρετανική αγορά από τις παγκόσμιες πωλήσεις και η επιλογή του τελικού διατροφικού μοντέλου. Η Food Foundation έχει επίσης επισημάνει ότι οι διαφορετικές μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν σήμερα οι επιχειρήσεις μπορούν να καταστήσουν τις μεταξύ τους συγκρίσεις προβληματικές.
Το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη αλλαγή ενισχύεται και από τα πρώτα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων περιορισμών στα τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, αλάτι και ζάχαρη. Έρευνα του Πανεπιστημίου του Leeds, βασισμένη σε 11,6 δισ. εγγραφές δεδομένων πωλήσεων από μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, υπολόγισε ότι μετά την εφαρμογή των περιορισμών πωλούνταν περίπου 2 εκατ. λιγότερα προϊόντα HFSS την ημέρα στην Αγγλία. Το εύρημα δεν αποδεικνύει από μόνο του βελτίωση των δεικτών υγείας, δείχνει όμως ότι οι αλλαγές στο περιβάλλον λιανικής μπορούν να επηρεάσουν τις πραγματικές αγορές των καταναλωτών.
