Με περισσότερους από 1,4 δισ. καταναλωτές, η κινεζική αγορά προσφέρει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης για τα ελληνικά τρόφιμα, υπό την προϋπόθεση στοχευμένης παρουσίας και προσαρμογής στις απαιτήσεις της τοπικής αγοράς
Η κινεζική αγορά παραμένει μία από τις σημαντικότερες προοπτικές ανάπτυξης για τα ελληνικά τρόφιμα και ποτά, παρά τον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό και τις αυξημένες απαιτήσεις πρόσβασης στην αγορά. Η συνεχής άνοδος της μεσαίας τάξης, η αυξανόμενη ζήτηση για εισαγόμενα προϊόντα ποιότητας και η ταχεία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου δημιουργούν συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν την περαιτέρω διείσδυση ελληνικών προϊόντων στην Κίνα.
Σύμφωνα με την Έκθεση 2025 του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Πρεσβείας της Ελλάδας στο Πεκίνο, η Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί αγορά με σημαντικές δυνατότητες για ένα ευρύ φάσμα ελληνικών εξαγωγικών προϊόντων. Η καταναλωτική βάση της χώρας, που ξεπερνά τα 1,4 δισεκατομμύρια κατοίκους, σε συνδυασμό με την αυξημένη αστικοποίηση και τη στροφή προς προϊόντα υψηλότερης ποιότητας, ενισχύει τη ζήτηση για εισαγόμενα τρόφιμα με ισχυρή ταυτότητα προέλευσης.
Στο επίκεντρο των ελληνικών εξαγωγικών προοπτικών βρίσκονται τα φρέσκα αγροτικά προϊόντα και τα τρόφιμα μεσογειακής διατροφής. Τα ακτινίδια αποτελούν ήδη ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα ελληνικά αγροτικά προϊόντα στην κινεζική αγορά, έχοντας αποκτήσει πρόσβαση μέσω ειδικών φυτοϋγειονομικών πρωτοκόλλων. Τα τελευταία χρόνια ενισχύεται επίσης το θεσμικό πλαίσιο για νέες κατηγορίες αγροδιατροφικών προϊόντων, με πιο πρόσφατη εξέλιξη την υπογραφή των διμερών κτηνιατρικών πρωτοκόλλων για τις εξαγωγές ελληνικών αλιευμάτων προς την Κίνα τον Μάρτιο του 2025.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης το ελαιόλαδο, οι επιτραπέζιες ελιές, τα προϊόντα γαλακτοκομίας, το μέλι, τα κρασιά και τα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης. Η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κίνας για την αμοιβαία προστασία γεωγραφικών ενδείξεων, στην οποία περιλαμβάνονται και ελληνικά προϊόντα, ενισχύει την προστασία και την αναγνωρισιμότητά τους στην κινεζική αγορά.
Παράλληλα, η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου αναδεικνύεται σε βασικό κανάλι εισόδου για τα ελληνικά τρόφιμα. Οι κινεζικές ψηφιακές πλατφόρμες έχουν δημιουργήσει ένα δυναμικό οικοσύστημα πωλήσεων εισαγόμενων προϊόντων, επιτρέποντας σε μικρότερες επιχειρήσεις να προσεγγίσουν καταναλωτές χωρίς την ανάγκη εκτεταμένου φυσικού δικτύου διανομής. Η έκθεση του Γραφείου ΟΕΥ επισημαίνει ότι η προώθηση ελληνικών προϊόντων μέσω ηλεκτρονικών καναλιών θα πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα, καθώς οι διαδικτυακές αγορές κατέχουν πλέον κυρίαρχη θέση στις καταναλωτικές συνήθειες των Κινέζων.
Οι ευκαιρίες συνοδεύονται από σημαντικές προκλήσεις. Η κινεζική αγορά χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό μεταξύ διεθνών προμηθευτών, υψηλές απαιτήσεις πιστοποίησης και αυστηρούς ελέγχους για τα εισαγόμενα τρόφιμα. Η επιτυχία προϋποθέτει σταθερή παρουσία, επενδύσεις στην προβολή του ελληνικού brand, συνεργασίες με τοπικούς εισαγωγείς και αξιοποίηση των ψηφιακών καναλιών προώθησης.
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τα στοιχεία της έκθεσης είναι ότι οι μεγαλύτερες δυνατότητες για τα ελληνικά τρόφιμα στην Κίνα βρίσκονται στα προϊόντα που συνδυάζουν ποιότητα, αυθεντικότητα, πιστοποιημένη προέλευση και σύνδεση με τη μεσογειακή διατροφή. Η διεύρυνση των διμερών πρωτοκόλλων, η αξιοποίηση του ηλεκτρονικού εμπορίου και η ενίσχυση της παρουσίας ελληνικών επιχειρήσεων στις μεγάλες κινεζικές πλατφόρμες μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση των εξαγωγών τα επόμενα χρόνια.