Οι εξαγωγές τουρκικού ελαιολάδου προς την αμερικανική αγορά βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα νέο εμπόδιο, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν την επιβολή πρόσθετου δασμού 12,5% στα προϊόντα ελιάς και ελαιολάδου από την Τουρκία. Η απόφαση έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τον τουρκικό κλάδο, ο οποίος ήδη καταγράφει σημαντική υποχώρηση στις εξαγωγές, ενώ παράλληλα αναμένεται μια από τις μεγαλύτερες παραγωγές ελιάς των τελευταίων ετών.
Η απόφαση ελήφθη μετά την ολοκλήρωση έρευνας της Υπηρεσίας Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ (USTR) σχετικά με τις εισαγωγές προϊόντων που ενδέχεται να συνδέονται με πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας. Σύμφωνα με την ανακοίνωση που κοινοποιήθηκε στους Τούρκους εξαγωγείς από τις Ενώσεις Εξαγωγέων Αιγαίου, το τουρκικό ελαιόλαδο και οι επιτραπέζιες ελιές δεν συμπεριλήφθηκαν στη λίστα των προϊόντων που εξαιρούνται από την πρόσθετη επιβάρυνση. Έτσι, τα συγκεκριμένα προϊόντα θα υπόκεινται, πέρα από τους υφιστάμενους δασμούς, σε επιπλέον φόρο 12,5% κατά την είσοδό τους στην αμερικανική αγορά.
Η εξέλιξη προκαλεί προβληματισμό στους παραγωγούς και τους εξαγωγείς της Τουρκίας, καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν τη σημαντικότερη αγορά για το τουρκικό ελαιόλαδο. Η επιβολή πρόσθετου κόστους αναμένεται να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα των τουρκικών προϊόντων έναντι άλλων χωρών που δραστηριοποιούνται στην αμερικανική αγορά.
Οι ανησυχίες εντείνονται καθώς ο κλάδος έχει ήδη καταγράψει μεγάλη πτώση στις εξαγωγές. Σύμφωνα με τα στοιχεία των Ενώσεων Εξαγωγέων Ελιάς και Ελαιολάδου Αιγαίου, το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι εξαγωγές ελαιολάδου της Τουρκίας μειώθηκαν κατά 52% σε όγκο, φτάνοντας περίπου τους 11.000 τόνους, ενώ σε αξία υποχώρησαν κατά 48%, στα 57 εκατομμύρια δολάρια.
Η νέα επιβάρυνση στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ δημιουργεί φόβους ότι η πτώση μπορεί να συνεχιστεί, ιδιαίτερα σε μια χρονιά όπου η Τουρκία αναμένει υψηλή παραγωγή ελιάς και ελαιολάδου. Η περιορισμένη πρόσβαση σε μία από τις σημαντικότερες αγορές μπορεί να αυξήσει την πίεση στις τιμές παραγωγού, καθώς μεγαλύτερες ποσότητες θα αναζητήσουν εναλλακτικούς προορισμούς.
Κερδισμένες Τυνησία και Ευρωπαϊκή Ένωση
Την ίδια στιγμή, η απόφαση των ΗΠΑ δημιουργεί συγκριτικό πλεονέκτημα για ανταγωνιστικές χώρες. Η Τυνησία εξαιρέθηκε πλήρως από την πρόσθετη δασμολογική επιβάρυνση και θα συνεχίσει να καταβάλλει μόνο τον υφιστάμενο βασικό εισαγωγικό δασμό. Αντίστοιχα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζουν χαμηλότερη συνολική επιβάρυνση, η οποία διαμορφώνεται περίπου στο 10%, γεγονός που περιορίζει το μειονέκτημά τους έναντι των Τούρκων εξαγωγέων.
Με τα νέα δεδομένα, το τουρκικό ελαιόλαδο θα εισέρχεται στην αμερικανική αγορά με υψηλότερο κόστος, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τις τελικές τιμές και τη θέση του απέναντι σε προϊόντα από την ΕΕ και την Τυνησία.
Η έρευνα των ΗΠΑ για την καταναγκαστική εργασία
Η έρευνα της USTR εντάσσεται στη γενικότερη πολιτική των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση της εισαγωγής προϊόντων που, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, μπορεί να έχουν παραχθεί με χρήση καταναγκαστικής εργασίας. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι τέτοιες πρακτικές δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο διεθνές εμπόριο.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάστηκαν συνολικά 60 χώρες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 99,4% των εισαγωγών των ΗΠΑ. Για ορισμένες χώρες, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Καναδάς, το Μεξικό και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και για χώρες που έχουν αναλάβει σχετικές δεσμεύσεις μέσω συμφωνιών με τις ΗΠΑ, προβλέφθηκε χαμηλότερη πρόσθετη επιβάρυνση. Η Τουρκία, ωστόσο, δεν εντάχθηκε στις εξαιρέσεις για το ελαιόλαδο, με αποτέλεσμα το προϊόν να βρεθεί αντιμέτωπο με το υψηλότερο πρόσθετο κόστος.
Αντιδράσεις και προσπάθειες αναθεώρησης
Οι Ενώσεις Εξαγωγέων Αιγαίου ανακοίνωσαν ότι ξεκινούν επίσημες επαφές με το τουρκικό υπουργείο Εμπορίου και τους αρμόδιους φορείς, ζητώντας επανεξέταση της απόφασης και εξαίρεση του τουρκικού ελαιολάδου από το μέτρο.
Ο τουρκικός κλάδος υποστηρίζει ότι η νέα δασμολογική επιβάρυνση θα πλήξει την ανταγωνιστικότητά του σε μια αγορά στρατηγικής σημασίας και θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις τόσο στις εξαγωγές όσο και στις τιμές του προϊόντος στην εσωτερική αγορά. Η εξέλιξη αναμένεται να παρακολουθηθεί στενά και από την ευρωπαϊκή αγορά ελαιολάδου, καθώς οποιαδήποτε ανακατεύθυνση των τουρκικών ποσοτήτων προς άλλους προορισμούς θα μπορούσε να επηρεάσει την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης διεθνώς.