Η βιταμίνη C επιστρέφει στο επίκεντρο της αντικαρκινικής έρευνας, αλλά με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που είχε υποστηριχθεί πριν από δεκαετίες. Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η ουσία μπορεί να έχει διαφορετική δράση όταν χορηγείται σε πολύ υψηλές ενδοφλέβιες δόσεις, σε σύγκριση με τη συνηθισμένη λήψη μέσω συμπληρωμάτων ή τροφών. Για πολλά χρόνια η ιδέα ότι η βιταμίνη C μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του καρκίνου θεωρούνταν αποτυχημένη υπόθεση. Η αρχική θεωρία συνδέθηκε κυρίως με τον νομπελίστα χημικό Linus Pauling, ο οποίος υποστήριζε ότι μεγάλες ποσότητες βιταμίνης C μπορούσαν να βελτιώσουν την πορεία ασθενών με καρκίνο. Ωστόσο, μεταγενέστερες κλινικές δοκιμές δεν έδειξαν όφελος όταν η βιταμίνη χορηγήθηκε σε μορφή χαπιών, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη προσέγγιση να εγκαταλειφθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κανονισμός PPWR για τις συσκευασίες: Οδηγός Πρακτικής Συμμόρφωσης για Επιχειρήσεις – Διαδικτυακό σεμινάριο με την Άννα Λεκατσά
Νεότερες έρευνες όμως δείχνουν ότι το κρίσιμο στοιχείο μπορεί να είναι ο τρόπος χορήγησης. Η ενδοφλέβια χορήγηση επιτρέπει την επίτευξη πολύ υψηλότερων συγκεντρώσεων στο αίμα σε σχέση με τα συμπληρώματα από το στόμα, γεγονός που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο η βιταμίνη C αλληλεπιδρά με τα κύτταρα.
Από αντιοξειδωτικό σε πιθανό αντικαρκινικό παράγοντα
Σε φυσιολογικές ποσότητες, η βιταμίνη C λειτουργεί κυρίως ως αντιοξειδωτικό, προστατεύοντας τα κύτταρα από βλάβες που προκαλούνται από οξειδωτικές ενώσεις. Σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις όμως, ιδιαίτερα όταν φτάνει απευθείας στην κυκλοφορία του αίματος μέσω ενδοφλέβιας χορήγησης, φαίνεται ότι μπορεί να αποκτήσει διαφορετική βιολογική συμπεριφορά. Εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι οι υψηλές συγκεντρώσεις βιταμίνης C μπορούν να οδηγήσουν στην παραγωγή υπεροξειδίου του υδρογόνου, μιας δραστικής ουσίας που μπορεί να προκαλέσει βλάβες σε καρκινικά κύτταρα. Τα συγκεκριμένα κύτταρα φαίνεται να είναι περισσότερο ευάλωτα, καθώς συχνά βρίσκονται ήδη υπό αυξημένη πίεση λόγω του γρήγορου πολλαπλασιασμού τους και των υψηλών μεταβολικών απαιτήσεων.
Η δράση αυτή έχει οδηγήσει τους ερευνητές να εξετάζουν τη βιταμίνη C όχι ως απλό συμπλήρωμα διατροφής, αλλά ως πιθανό συμπληρωματικό θεραπευτικό εργαλείο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μαζί με τις υπάρχουσες θεραπείες. Τα διαθέσιμα δεδομένα αφορούν κυρίως πειραματικές μελέτες και μικρές κλινικές δοκιμές, επομένως δεν υπάρχει ακόμη απόδειξη ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση μπορεί να παρατείνει τη ζωή των περισσότερων ασθενών με καρκίνο. Οι ερευνητές έχουν εξετάσει την ενδοφλέβια βιταμίνη C σε ασθενείς με δύσκολα αντιμετωπίσιμους καρκίνους, όπως όγκους στις ωοθήκες, το πάγκρεας και τον εγκέφαλο. Σε αρκετές περιπτώσεις η θεραπεία φάνηκε να είναι ανεκτή, ενώ ορισμένες μελέτες έχουν καταγράψει πιθανή βελτίωση σε συμπτώματα και ποιότητα ζωής, όπως λιγότερη κόπωση, πόνο ή παρενέργειες από άλλες θεραπείες.
Τα όρια της νέας προσέγγισης
Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, η επιστημονική κοινότητα δεν θεωρεί τη βιταμίνη C αποδεδειγμένη θεραπεία κατά του καρκίνου. Οι μέχρι σήμερα κλινικές δοκιμές είναι περιορισμένες σε αριθμό συμμετεχόντων και παρουσιάζουν διαφορετικά πρωτόκολλα, γεγονός που δυσκολεύει την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων.
Η μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με τις παλαιότερες αποτυχημένες δοκιμές είναι ότι εκείνες βασίστηκαν κυρίως στη χορήγηση χαπιών. Ο οργανισμός περιορίζει φυσικά την απορρόφηση της βιταμίνης C από το πεπτικό σύστημα, με αποτέλεσμα τα επίπεδα στο αίμα να μην μπορούν να αυξηθούν σημαντικά. Αντίθετα, η ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να επιτύχει συγκεντρώσεις πολλαπλάσιες από αυτές που επιτυγχάνονται με τη λήψη συμπληρωμάτων.
Ωστόσο, η θεραπεία δεν είναι κατάλληλη για όλους. Άτομα με προβλήματα στη λειτουργία των νεφρών ή ορισμένες σπάνιες κληρονομικές διαταραχές μπορεί να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο από πολύ υψηλές δόσεις βιταμίνης C. Για αυτό η χρήση της συγκεκριμένης μεθόδου απαιτεί ιατρική παρακολούθηση και δεν αποτελεί απλή πρακτική ευεξίας.
Η νέα έρευνα εξετάζει επίσης πιθανές επιδράσεις της βιταμίνης C σε μηχανισμούς που σχετίζονται με τη λειτουργία των γονιδίων, την κυτταρική διαίρεση και την αντίδραση των κυττάρων σε συνθήκες χαμηλού οξυγόνου. Ορισμένα πειράματα δείχνουν ότι μπορεί να κάνει ορισμένα καρκινικά κύτταρα πιο ευάλωτα σε άλλες θεραπείες, αλλά τα αποτελέσματα αυτά βρίσκονται ακόμη υπό διερεύνηση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Πεπτίδια: Έξι δημοφιλή σκευάσματα μπορεί σύντομα να γίνουν πιο εύκολα διαθέσιμα
- Διεθνής Ημέρα Μπύρας: Γιατί η μπύρα είναι ένα από τα πιο ασφαλή ποτά
- San Pellegrino: Γιατί βάζει ερωτήσεις στις φιάλες του νερού
- Πώς μια vegan διατροφή βοήθησε στην απώλεια βάρους χωρίς περιορισμό της ποσότητας φαγητού
- Foodwatch: «Δεν απαγορεύουμε τίποτα, θέλουμε οι καταναλωτές να γνωρίζουν τι αγοράζουν»
- Γλουτένη: Γιατί οι ετικέτες τροφίμων μπορεί να αλλάξουν για κριθάρι, σίκαλη και βρώμη
- Χρόνιος πόνος: Νέα έρευνα αναζητά τον «διακόπτη» που μπορεί να τον απενεργοποιήσει στην πηγή του