Η χρήση σκύλων σε δοκιμές τοξικότητας για την έγκριση δραστικών ουσιών φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να περιοριστεί σημαντικά, σύμφωνα με νέα επιστημονική αξιολόγηση που εξετάζει αν οι συγκεκριμένες μελέτες προσφέρουν πραγματικά επιπλέον πληροφορίες για την προστασία της ανθρώπινης υγείας. Η ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία απαιτεί, μεταξύ άλλων, δοκιμές βραχυχρόνιας τοξικότητας διάρκειας 90 ημερών τόσο σε τρωκτικά, κυρίως αρουραίους, όσο και σε μη τρωκτικά, με τον σκύλο να αποτελεί το βασικό είδος που χρησιμοποιείται. Ωστόσο, η χρησιμότητα των δοκιμών σε σκύλους έχει αμφισβητηθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς αυξάνονται τα ερωτήματα σχετικά με το αν τα αποτελέσματά τους οδηγούν σε διαφορετικές εκτιμήσεις κινδύνου σε σχέση με τα δεδομένα από άλλα είδη.
Η νέα επιστημονική γνώμη της EFSA αξιολόγησε στοιχεία από 461 δραστικές ουσίες που έχουν εξεταστεί στο ευρωπαϊκό σύστημα έγκρισης φυτοπροστατευτικών προϊόντων και κατέληξε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι διαφορές ευαισθησίας μεταξύ σκύλων και άλλων ειδών δεν οφείλονταν σε πραγματική μοναδική ευαισθησία του σκύλου, αλλά σε παράγοντες όπως ο σχεδιασμός των μελετών, οι διαφορές στις δόσεις που χρησιμοποιήθηκαν και οι βιολογικές αποκλίσεις μεταξύ ειδών.
Οι δοκιμές σε σκύλους σπάνια αλλάζουν την αξιολόγηση κινδύνου
Η ανάλυση επικεντρώθηκε στις λεγόμενες τιμές αναφοράς για την ασφάλεια, όπως η αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη και το επίπεδο έκθεσης που θεωρείται ασφαλές για τους εργαζόμενους κατά τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Οι τιμές αυτές χρησιμοποιούνται για να καθοριστούν τα όρια έκθεσης του ανθρώπου σε δραστικές ουσίες. Στις περιπτώσεις όπου ο σκύλος εμφάνιζε μεγαλύτερη ευαισθησία από άλλα είδη, οι ερευνητές εξέτασαν αν η διαφορά αντανακλούσε πραγματική βιολογική ιδιαιτερότητα ή αν μπορούσε να εξηγηθεί από άλλους παράγοντες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο 97% των περιπτώσεων για την αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη και στο 95% των περιπτώσεων για το επίπεδο ασφαλούς έκθεσης εργαζομένων, οι διαφορές μεταξύ σκύλων και άλλων ειδών δεν συνδέονταν με ειδική ευαισθησία του σκύλου.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε πολλές περιπτώσεις οι αποκλίσεις μπορούσαν να εξηγηθούν από τη μεταβλητότητα των πειραμάτων, από τον τρόπο σχεδιασμού των δοκιμών ή από τη χρήση διαφορετικών επιπέδων δόσης. Παράλληλα, εξετάστηκε αν οι διαφορές μπορούσαν να προβλεφθούν μέσω μαθηματικών μοντέλων που λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος και τη φυσιολογία διαφορετικών ειδών. Η αξιολόγηση έδειξε ότι η προσθήκη δεδομένων από σκύλους συχνά δεν παρείχε ουσιαστική επιπλέον πληροφορία για την εκτίμηση του κινδύνου στον άνθρωπο, όταν υπήρχαν επαρκή δεδομένα από άλλες πηγές.
Νέα διαδικασία για τη μείωση των δοκιμών σε ζώα
Με βάση τα ευρήματα, προτάθηκε μια σταδιακή διαδικασία αξιολόγησης που θα επιτρέπει να αποφασίζεται κατά περίπτωση αν μια δοκιμή 90 ημερών σε σκύλους είναι απαραίτητη. Η προσέγγιση αυτή δεν προβλέπει αυτόματη κατάργηση όλων των δοκιμών, αλλά δημιουργεί επιστημονικά κριτήρια ώστε να αποφεύγονται όταν δεν προσθέτουν ουσιαστικές πληροφορίες. Η νέα στρατηγική βασίζεται σε σύγχρονες μεθόδους αξιολόγησης, όπως η μελέτη του τρόπου δράσης μιας ουσίας, η σύγκριση του μεταβολισμού μεταξύ ειδών και η χρήση μοντέλων που μπορούν να προβλέψουν την έκθεση στον ανθρώπινο οργανισμό. Στόχος είναι να διατηρείται υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας, ενώ παράλληλα να περιορίζονται οι δοκιμές σε ζώα όταν υπάρχουν επαρκείς επιστημονικές αποδείξεις ότι δεν προσφέρουν πρόσθετη αξία.
Η διαδικασία δοκιμάστηκε σε τέσσερις δραστικές ουσίες και στις τρεις από αυτές οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί αξιολόγηση κινδύνου κυρίως με δεδομένα από δοκιμές σε αρουραίους, χωρίς τη χρήση δεδομένων από σκύλους, με μέτρια έως υψηλή βεβαιότητα.