Η σύγκρουση ανάμεσα στην οικονομική επιβίωση των αγροτών και τον εφιάλτη των καρκινογενέσεων κορυφώνεται
Το ζήτημα της γλυφοσάτης, της δραστικής ουσίας που αποτελεί τη βάση του παγκοσμίως γνωστού ζιζανιοκτόνου Roundup, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής και περιβαλλοντικής σκηνής. Σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές, ο Ντόναλντ Τραμπ ασκεί έντονες πιέσεις για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής του συγκεκριμένου σκευάσματος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πολιτική παρέμβαση στοχεύει στη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές και την ενίσχυση του αγροτικού τομέα, ωστόσο η κίνηση αυτή προκαλεί θύελλα αντιδράσεων. Η γλυφοσάτη αποτελεί το πιο διαδεδομένο γεωργικό φάρμακο στον πλανήτη, αλλά ταυτόχρονα και ένα από τα πιο αμφισβητούμενα, λόγω των πιθανών επιπτώσεών του στον άνθρωπο και το περιβάλλον.
Η αγροτική πολιτική που προωθείται εστιάζει στην ανάγκη των παραγωγών για φθηνά και αποτελεσματικά εργαλεία ελέγχου των ζιζανίων. Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης ισχυρίζονται ότι χωρίς τη γλυφοσάτη, οι σοδειές θα μειώνονταν δραματικά και οι τιμές των τροφίμων θα εκτοξεύονταν. Από την άλλη πλευρά, περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστημονικοί φορείς προειδοποιούν ότι η ενθάρρυνση της παραγωγής ενός προϊόντος που έχει συνδεθεί με σοβαρές ασθένειες είναι ένα επικίνδυνο βήμα προς τα πίσω. Η σύγκρουση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων και δημόσιας ασφάλειας δεν ήταν ποτέ τόσο έντονη όσο σήμερα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται 23.000 συσκευασίες φυστικοβούτυρου – Έσπασε φίλτρο κατά την παραγωγή και μόλυνε το προϊόν με πλαστικό
Η πραγματική διάσταση του προβλήματος αναδεικνύεται μέσα από τις δικαστικές αίθουσες, όπου η εταιρεία Bayer, η οποία εξαγόρασε τη Monsanto, βρίσκεται αντιμέτωπη με χιλιάδες αγωγές. Όπως δημοσιεύσαμε πρόσφατα στο Cibum, η εταιρεία έχει διαθέσει το αστρονομικό ποσό των 7,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε μια προσπάθεια να διευθετήσει εξωδικαστικά υποθέσεις που αφορούν καρκινογενέσεις. Η δικαστική διευθέτηση αυτή θεωρείται από πολλούς ως μια προσπάθεια να «κουκουλωθούν» οι καταγγελίες για τη σχέση της γλυφοσάτης με το λέμφωμα Non-Hodgkin. Οι άνθρωποι που νόσησαν ισχυρίζονται ότι η έκθεσή τους στο ζιζανιοκτόνο ήταν ο κύριος λόγος για την επιδείνωση της υγείας τους. Οι επικριτές της εταιρείας τονίζουν ότι τα κέρδη από τις πωλήσεις του Roundup είναι τόσο μεγάλα, που επιτρέπουν στην Bayer να καταβάλλει δισεκατομμύρια σε αποζημιώσεις χωρίς να αποσύρει το προϊόν από την αγορά. Η εταιρική στρατηγική αυτή εγείρει ηθικά ερωτήματα σχετικά με την αξία της ανθρώπινης ζωής έναντι των μερισμάτων των μετόχων. Παρά τις καταβολές αυτών των ποσών, η εταιρεία συνεχίζει να υποστηρίζει επίσημα ότι η γλυφοσάτη είναι ασφαλής όταν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες, βασιζόμενη σε δικές της μελέτες και σε αποφάσεις ορισμένων ρυθμιστικών αρχών που δεν έχουν ακόμη απαγορεύσει την ουσία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κρέας με πλαστές σφραγίδες ελέγχου στην αγορά – Εντοπίστηκε η μονάδα παραγωγής μετά από καταγγελίες
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται πάνω από 11 τόνοι μοσχαρίσιου κιμά που διανεμήθηκε σε εστιατόρια λόγω πιθανής μόλυνσης με επικίνδυνο βακτήριο
Η στάση των περιβαλλοντικών οργανώσεων και οι καταγγελίες
Περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως η Greenpeace και η Environmental Working Group (EWG), ηγούνται της εκστρατείας για την πλήρη απαγόρευση της ουσίας. Η περιβαλλοντική ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στην ανθρώπινη υγεία, αλλά επεκτείνεται και στην καταστροφή της βιοποικιλότητας. Η εκτεταμένη χρήση γλυφοσάτης έχει οδηγήσει στην εξάλειψη φυτών που είναι απαραίτητα για την επιβίωση επικονιαστών, όπως οι μέλισσες και οι πεταλούδες Μονάρχης. Επιπλέον, ίχνη της ουσίας έχουν ανιχνευθεί στο έδαφος, στο νερό, ακόμη και σε επεξεργασμένα τρόφιμα που προορίζονται για παιδιά, προκαλώντας τρόμο στους γονείς παγκοσμίως. Οι καταγγελίες αναφέρουν ότι η βιομηχανία γεωργικών φαρμάκων έχει επηρεάσει συστηματικά τις μελέτες που υποβάλλονται στις αρχές για την έγκριση των προϊόντων. Η επιστημονική ακεραιότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση, καθώς ανεξάρτητοι ερευνητές από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας έχουν ταξινομήσει τη γλυφοσάτη ως «πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο» ήδη από το 2015.
