Ενστάσεις της Ελλάδας στην γνωμοδότηση της EFSA για τον εμβολιασμό κατά της ευλογιάς
Η πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, EFSA, για τα σενάρια εμβολιασμού κατά της ευλογιάς των αιγοπροβάτων σε Ελλάδα και Βουλγαρία προκάλεσε επίσημη επιστημονική αντίδραση από την Εθνική Επιστημονική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου της νόσου. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημασία της ανάλυσης, ταυτόχρονα όμως καταγράφει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής εμβολιαστικών στρατηγικών στην Ελλάδα. Οι επιφυλάξεις αφορούν την απουσία εγκεκριμένων εμβολίων στην ΕΕ. Αφορούν επίσης την έλλειψη δυνατοτήτων DIVA. Επισημαίνονται οι περιορισμοί της επιδημιολογικής μοντελοποίησης για τις ελληνικές συνθήκες. Αναφέρονται ανεπαρκή δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας σε ευρωπαϊκές και ελληνικές φυλές. Τέλος καταγράφονται οι επιπτώσεις που θα είχε ο εμβολιασμός στην επιτήρηση και στο καθεστώς απαλλαγής από τη νόσο.
Πιο αναλυτικά η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς των Αιγοπροβάτων αναγνωρίζει τη συμβολή της EFSA στη συγκέντρωση της διαθέσιμης γνώσης, αλλά καταγράφει σειρά ενστάσεων για τη μεθοδολογία και τη βάση τεκμηρίωσης, με έμφαση στις συνθήκες εφαρμογής στην Ελλάδα.
Στην τοποθέτηση αναφέρεται ως βασικός περιορισμός ότι, σύμφωνα με την έκθεση, δεν υπάρχουν εμβόλια κατά της νόσου εγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άμεσα δεδομένα χρήσης σε μη ενδημικές περιοχές και σε ευρωπαϊκές φυλές αιγοπροβάτων. Επισημαίνεται επίσης ότι δεν υπάρχουν εμπορικά διαθέσιμα εμβόλια με δυνατότητα DIVA, δηλαδή διάκρισης μολυσμένων από εμβολιασμένα ζώα, παράμετρος που συνδέεται με την επιτήρηση και την πιστοποίηση καθεστώτος απαλλαγής.
Για την επιδημιολογική ανάλυση, η Επιτροπή σημειώνει ότι η προσπάθεια χρήσης μοντέλου εξάπλωσης τύπου kernel δεν αποτυπώνει επαρκώς την πολυπλοκότητα της ελληνικής δυναμικής, λόγω πολλαπλών γεωγραφικά διακριτών συστάδων εστιών και λόγω φυσικών εμποδίων που συνδέονται με τη γεωγραφία της χώρας, όπως ορεινοί όγκοι και νησιωτικότητα. Αναφέρεται ότι η ίδια η έκθεση καταγράφει περιορισμούς της μοντελοποίησης για την Ελλάδα και ότι η αξιολόγηση βασίστηκε σε περιγραφική χωροχρονική ανάλυση.
Η Επιτροπή εστιάζει και στον τρόπο που τέθηκε το ερώτημα της βιβλιογραφικής αναζήτησης στην έκθεση, το οποίο αφορά τη μείωση νοσηρότητας και θνησιμότητας. Όπως αναφέρεται, στο ενωσιακό πλαίσιο η νόσος αντιμετωπίζεται με πολιτική εκρίζωσης μέσω θανάτωσης των ζώων στις προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις, με αποτέλεσμα δείκτες όπως νοσηρότητα και θνησιμότητα να μην αποτελούν το πλέον λειτουργικό πρωτεύον τελικό σημείο για λήψη αποφάσεων. Η τοποθέτηση ζητά η αξιολόγηση να περιλαμβάνει και τελικά σημεία που αφορούν πρόληψη μόλυνσης και επίδραση στην αποβολή ιού και τη μετάδοση, καθώς και τον κίνδυνο υποκλινικής λοίμωξης.
Σε επίπεδο τεκμηρίωσης, η Επιτροπή αναφέρει περιορισμούς στα διαθέσιμα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας, με αναφορά σε ετερογένεια μελετών και σε στοιχεία που προέρχονται από τρίτες χώρες και μη ευρωπαϊκές φυλές. Σημειώνει ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα που καταγράφονται σε αίγες δεν μεταφέρονται αυτομάτως στα πρόβατα, ενώ υπογραμμίζει ότι η τρέχουσα επιζωοτία στην Ελλάδα αφορά κυρίως πρόβατα. Γίνεται επίσης αναφορά σε δεδομένα που σχετίζονται με αποβολή ή ανίχνευση ιού σε ορισμένες συνθήκες μετά από χρήση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων, καθώς και στη διάκριση που κάνει η έκθεση ως προς τον θεωρούμενο χαμηλότερο κίνδυνο απέκκρισης για αδρανοποιημένα εμβόλια.
Για τις πειραματικές δοκιμές του ενωσιακού εργαστηρίου αναφοράς, EURL, η τοποθέτηση σημειώνει ότι αναφέρεται πως λεπτομέρειες θα δημοσιευθούν μεταγενέστερα, ενώ επισημαίνεται ότι η εκτίμηση της διάρκειας ρινικής απέκκρισης περιορίζεται από τη θανάτωση των ζώων στο πλαίσιο της πολιτικής εκρίζωσης. Επιπλέον καταγράφεται επιφύλαξη ως προς παραδοχές που διατυπώνονται στην έκθεση για πιθανώς ηπιότερη πρόκληση σε συνθήκες πεδίου, με αναφορά σε στρεσογόνους παράγοντες εκτροφής και διαχείρισης που μπορεί να επηρεάσουν την ανοσολογική απόκριση.
Η Επιτροπή αναφέρεται και στις επιχειρησιακές παραμέτρους εφαρμογής εμβολιαστικών στρατηγικών, όπως οι απαιτήσεις περιορισμού μετακινήσεων για συγκεκριμένες περιόδους μετά τον εμβολιασμό, τις οποίες χαρακτηρίζει δύσκολα εφαρμόσιμες στο ελληνικό παραγωγικό σύστημα. Τέλος, σημειώνει ότι μαζικός εμβολιασμός χωρίς DIVA θα επηρέαζε την επιτήρηση, καθώς οι ορολογικές εξετάσεις θα ανίχνευαν αντισώματα χωρίς διάκριση προέλευσης, με συνέπειες στην ανίχνευση νέων εστιών και στην πορεία προς καθεστώς απαλλαγής.