Μια νέα παγκόσμια μέθοδος αξιολόγησης υπόσχεται σταθερά υψηλή ποιότητα κρέατος για καταναλωτές και μεγαλύτερη αξία για τους παραγωγούς
Μια ομάδα ερευνητών και εταίρων από τον κτηνοτροφικό κλάδο ανέπτυξε και αξιολόγησε μια διεθνή μέθοδο πρόβλεψης της ποιότητας του βοδινού κρέατος, με στόχο να παρέχει πιο αξιόπιστες πληροφορίες για την τρυφερότητα, τη γεύση και την τελική εμπειρία του καταναλωτή σε διαφορετικές αγορές και κουζίνες. Η μέθοδος αυτή παρουσιάστηκε πρόσφατα σε μια ανακοίνωση από το Γαλλικό Ερευνητικό Ινστιτούτο Γεωργίας, Τροφίμων και Περιβάλλοντος (INRAE), μέσω διεθνούς δικτύου ειδησεογραφίας επιστημονικών δημοσιεύσεων. Η καινοτομία εδράζεται σε μια διεθνή βάση δεδομένων που συγκεντρώνει πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά των ζώων, τα μοσχαρίσια cuts και τα αποτελέσματα αισθητικής δοκιμής από καταναλωτές σε όλο τον κόσμο. Με αυτή την προσέγγιση, οι παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του βοδινού, όπως η εμφάνιση και η κατανομή του λίπους (marbling), οι συνθήκες εκτροφής και οι μέθοδοι μαγειρέματος, αναλύονται και ενσωματώνονται σε ένα προγνωστικό μοντέλο που μπορεί να αξιολογήσει διαφορετικά κομμάτια κρέατος πριν φτάσουν στο πιάτο του καταναλωτή.
Το σύστημα, γνωστό ως Meat 3G, αποτελεί εξέλιξη του αυστραλιανού μοντέλου Meat Standards Australia (MSA), το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία εδώ και δεκαετίες στην Αυστραλία για να εναρμονίσει την τιμή και την ποιότητα του βόειου κρέατος. Το 3G επεκτείνει αυτή την ιδέα σε διεθνές επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη διαφορετικές συνήθειες καταναλωτών και παραμέτρους παραγωγής σε χώρες όπως η Νότια Αφρική, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Νέα Ζηλανδία και ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ιρλανδία και η Πολωνία, όπου η μέθοδος δοκιμάζεται και αξιοποιείται ήδη από την αγορά.
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του συστήματος είναι η ενσωμάτωση δεδομένων από όλες τις φάσεις της παραγωγής, από τα γενετικά και σωματικά χαρακτηριστικά των ζώων μέχρι τις πρακτικές ωρίμανσης και το μαγείρεμα. Αυτή η ολιστική προσέγγιση επιτρέπει την πρόβλεψη της τελικής εμπειρίας στη γεύση και την τρυφερότητα του προϊόντος που θα καταναλωθεί, κάτι πολύτιμο για καταναλωτές που αναζητούν συνέπεια και ποιότητα σε κάθε αγορά.
Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η επιχείρηση Beauvallet έχει υιοθετήσει το σύστημα για τη δημιουργία της νέας σειράς προϊόντων OR ROUGE, που βασίζεται σε υψηλής ποιότητας βοδινό Limousin, ενισχύοντας την αξία του κρέατος για τους καταναλωτές. Τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι το 3G μπορεί να προσθέσει πρόσθετη οικονομική αξία στους παραγωγούς, με αναλύσεις να δείχνουν ότι μπορεί να αποφέρει μέχρι και μερικά ευρώ ανά κιλό κρέατος συγκριτικά με παραδοσιακές πρακτικές αξιολόγησης, μειώνοντας ταυτόχρονα τη σπατάλη και αυξάνοντας την αποδοτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η χρήση του Meat 3G δεν περιορίζεται στη βελτίωση της ποιότητας για το τελικό προϊόν, αλλά επεκτείνεται και στη δημιουργία καλύτερης πληροφόρησης και διαφάνειας στην αγορά. Με μια τυποποιημένη και διεθνώς αποδεκτή μέθοδο αξιολόγησης, οι κτηνοτρόφοι, οι λιανέμποροι και οι μεταποιητές μπορούν να συνεννοούνται με βάση κοινά μετρήσιμους δείκτες, προωθώντας έτσι σταθερότερα πρότυπα ποιότητας σε όλο τον κόσμο.
Η πρωτοβουλία αυτή επιπλέον υποστηρίζεται από τη Διεθνή Οικονομική Επιτροπή για την Ευρώπη (UNECE), που έχει εκδώσει νέες κατευθυντήριες γραμμές για την ποιότητα του βοδινού σε διεθνές επίπεδο, ενσωματώνοντας στοιχεία από το 3G. Η στροφή προς τέτοιες μεθόδους αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση στον κλάδο των τροφίμων για αξιοποίηση δεδομένων και επιστημονικών εργαλείων με σκοπό να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη του καταναλωτή και να μειωθούν οι ασυμφωνίες ανάμεσα στην τιμή και την απόδοση του προϊόντος στο πιάτο.