Περισσότερα χρήματα για ένα παγωτό χωρίς λακτόζη είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι καταναλωτές που έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να ανεχθούν τη λακτόζη, σύμφωνα με νέα μελέτη ερευνητών από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και το Πανεπιστήμιο του Wisconsin. Η έρευνα δείχνει ότι για τους ανθρώπους που εμφανίζουν συχνά συμπτώματα μετά την κατανάλωση γαλακτοκομικών, η απουσία λακτόζης προσθέτει σημαντική οικονομική αξία στο προϊόν, σε αντίθεση με όσους έχουν υψηλή ανοχή.
Η μελέτη δεν βασίστηκε μόνο σε ερωτήσεις σχετικά με το πόσο θα πλήρωναν οι συμμετέχοντες. 135 άτομα συμμετείχαν σε πείραμα πραγματικής δημοπρασίας, υποβάλλοντας προσφορές για τρία είδη παγωτού, κανονικό, με μειωμένη λακτόζη και χωρίς λακτόζη. Οι συμμετέχοντες πληροφορήθηκαν αρχικά βασικά χαρακτηριστικά των προϊόντων και στη συνέχεια έλαβαν περισσότερες πληροφορίες για τη διατροφική τους σύνθεση, την περιεκτικότητα σε λιπαρά και πρόσθετα σάκχαρα και τα συστατικά. Ακολούθησε δεύτερος γύρος προσφορών, ώστε οι ερευνητές να εξετάσουν και την επίδραση της πληροφόρησης στην αξία που έδιναν οι καταναλωτές στα διαφορετικά προϊόντα.
Η μέση προσφορά των συμμετεχόντων αντιστοιχούσε σε περίπου 4,78 ευρώ για 1,9 λίτρα παγωτού. Όμως η προθυμία πληρωμής για το παγωτό χωρίς λακτόζη διαφοροποιήθηκε σημαντικά ανάλογα με τον βαθμό ανοχής στη λακτόζη. Οι άνθρωποι που δήλωσαν πολύ περιορισμένη ανοχή στη λακτόζη ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν περίπου 1,91 ευρώ επιπλέον για 1,9 λίτρα παγωτού χωρίς λακτόζη. Όσοι ανέφεραν περιορισμένη ανοχή ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν περίπου 0,72 ευρώ επιπλέον, ενώ για όσους είχαν μέτρια ανοχή η επιπλέον προθυμία πληρωμής ήταν περίπου 0,48 ευρώ. Με βάση τις προσφορές, η συνολική αξία που απέδιδαν οι καταναλωτές με πολύ περιορισμένη ανοχή σε 1,9 λίτρα παγωτού χωρίς λακτόζη έφτανε περίπου τα 6,68 ευρώ. Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγορά των γαλακτοκομικών, καθώς δείχνει ότι η προθυμία ενός καταναλωτή να πληρώσει περισσότερο δεν συνδέεται απλώς με την προτίμησή του για ένα συγκεκριμένο προϊόν. Στην περίπτωση της πολύ περιορισμένης ανοχής, η απουσία λακτόζης μπορεί να αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την κατανάλωση του παγωτού.
Πώς παράγεται το παγωτό χωρίς λακτόζη
Τα γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς λακτόζη συνήθως παρασκευάζονται με την προσθήκη λακτάσης, του ενζύμου που διασπά τη λακτόζη σε απλούστερα σάκχαρα. Η διαδικασία αυτή, σε συνδυασμό με πρόσθετες προσαρμογές στην παραγωγή και μεγαλύτερους χρόνους επεξεργασίας, μπορεί να αυξήσει το κόστος σε σχέση με την παραγωγή συμβατικών γαλακτοκομικών προϊόντων.
Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα ερωτήματα που θέτει η μελέτη από την πλευρά της αγοράς. Το γεγονός ότι ορισμένοι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το πρόσθετο ποσό αρκεί για να καλύψει το επιπλέον κόστος παραγωγής, συσκευασίας και διάθεσης ενός προϊόντος χωρίς λακτόζη. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτείται να εξεταστούν μαζί η προθυμία πληρωμής και το πραγματικό κόστος παραγωγής, προκειμένου να αξιολογηθεί η εμπορική βιωσιμότητα τέτοιων προϊόντων.
Η ανάλυση έδειξε ακόμη ότι η συχνότητα κατανάλωσης παγωτού συνδεόταν με υψηλότερες προσφορές, ενώ και ορισμένα δημογραφικά χαρακτηριστικά επηρέασαν τις αποτιμήσεις. Ωστόσο, η πιο χαρακτηριστική διαφοροποίηση αφορούσε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο είδος του παγωτού και τον βαθμό ανοχής στη λακτόζη. Όσο πιο περιορισμένη ήταν η ανοχή, τόσο μεγαλύτερη ήταν η αξία που αποδιδόταν στο προϊόν χωρίς λακτόζη. Οι ερευνητές επισημαίνουν πάντως ότι τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν πως όλοι οι άνθρωποι με δυσανεξία στη λακτόζη θα πληρώνουν στην πραγματική αγορά αντίστοιχο επιπλέον ποσό. Το πείραμα πραγματοποιήθηκε με συγκεκριμένο δείγμα καταναλωτών και σε ελεγχόμενες συνθήκες. Επιπλέον, οι προσφορές αφορούσαν προϊόντα που χρησιμοποιήθηκαν στο πείραμα και όχι τις πραγματικές τιμές που θα συναντούσε ένας καταναλωτής σε ένα σούπερ μάρκετ. Το εύρημα έχει, ωστόσο, πρακτική σημασία για τη βιομηχανία τροφίμων, καθώς καταγράφει με πραγματικές προσφορές καταναλωτών ότι η απουσία λακτόζης μπορεί να έχει μετρήσιμη πρόσθετη αξία για όσους αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη δυσανεξία. Η μελέτη σημειώνει ότι αυτό μπορεί να δημιουργήσει περιθώριο για προϊόντα προστιθέμενης αξίας, εφόσον η πρόσθετη τιμή που είναι διατεθειμένος να πληρώσει ο καταναλωτής αντισταθμίζει το αυξημένο κόστος παραγωγής.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Dairy Science.