Ανάλυση 40.000 προϊόντων δείχνει ότι η κατηγοριοποίηση επεξεργασίας δεν προβλέπει αξιόπιστα την περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά και αγνοεί την οικονομική πραγματικότητα εκατομμυρίων καταναλωτών
Η έννοια του «υπερ-επεξεργασμένου τροφίμου» έχει κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση για τη διατροφή τα τελευταία χρόνια, στηριγμένη κυρίως στο σύστημα ταξινόμησης NOVA, που χωρίζει τα τρόφιμα σε τέσσερις κατηγορίες ανάλογα με τον βαθμό βιομηχανικής επεξεργασίας τους. Νέα έκθεση που ανέθεσε το International Food Information Council (IFIC), η οποία ανέλυσε περισσότερα από 40.000 προϊόντα σε κατηγορίες όπως δημητριακά, φρέσκα γαλακτοκομικά, έτοιμα γεύματα και σνακ, θέτει εμφατικά ένα ερώτημα που ο δημόσιος διάλογος έχει αποφύγει: Η κατηγοριοποίηση επεξεργασίας προβλέπει αξιόπιστα τη διατροφική αξία ενός τροφίμου;
Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά. Παρά το γεγονός ότι τα μη υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα εμφάνισαν κατά μέσο όρο υψηλότερες βαθμολογίες διατροφικής πυκνότητας, η διατροφική πυκνότητα κυμαινόταν σε ευρύ φάσμα ανεξάρτητα από την κατηγορία επεξεργασίας. Σε δημητριακά, φρέσκα γαλακτοκομικά, έτοιμα γεύματα και σνακ, το ανώτερο άκρο της διατροφικής πυκνότητας των υπερεπεξεργασμένων προϊόντων ξεπερνούσε εκείνο των λιγότερο επεξεργασμένων στην ίδια κατηγορία. Με άλλα λόγια, ορισμένα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα είναι διατροφικά ισχυρότερα από λιγότερο επεξεργασμένες εναλλακτικές στο ίδιο ράφι.
Τα υπερ-επεξεργασμένα κυριαρχούν στο καλάθι και κοστίζουν λιγότερο
Η έκθεση τεκμηριώνει επίσης κάτι που είναι ευρέως γνωστό αλλά σπάνια ενσωματώνεται στη δημόσια συζήτηση για τη διατροφή. Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα αντιπροσωπεύουν περίπου τα τρία τέταρτα των συνολικών πωλήσεων τροφίμων και ποτών στις ΗΠΑ. Στα δημητριακά, το 92% των πωλήσεων αφορά υπερ-επεξεργασμένα προϊόντα, στα έτοιμα γεύματα το 96%, και στα σνακ το 76%. Παράλληλα, τα μη υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα κοστίζουν κατά μέσο όρο 16% περισσότερο από τα υπερ-επεξεργασμένα, με τη διαφορά να φτάνει το 22% στις εθνικές μάρκες. Στα γαλακτοκομικά, τα υπερεπεξεργασμένα προϊόντα ήταν φθηνότερα κατά 7,5 έως 10,5%, και στα σνακ έως και 18%. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα αφορά τα δημητριακά, καθώς τα υπερ-επεξεργασμένα δημητριακά υψηλής διατροφικής πυκνότητας που οι καταναλωτές αγοράζουν συχνότερα είχαν υψηλότερες διατροφικές βαθμολογίες από τα μη υπερ-επεξεργασμένα της ίδιας κατηγορίας και ήταν 22 έως 25% φθηνότερα.
Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διατροφικές συστάσεις και η δημόσια συζήτηση για τη σημαντική μείωση ή εξάλειψη των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την πραγματικότητα της καταναλωτικής συμπεριφοράς, αντί να αντιμετωπίζουν αυτά τα προϊόντα ως εύκολα αποφεύξιμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η έκθεση ανατέθηκε από τον IFIC, έναν οργανισμό που χρηματοδοτείται εν μέρει από τη βιομηχανία τροφίμων, γεγονός που δεν αναιρεί τα δεδομένα αλλά θέτει το ερώτημα της ερμηνείας τους σε ευρύτερο πλαίσιο.
