Ο διάσημος σεφ μιλά για την πιο υπερτιμημένη διατροφική τάση που τον έχει κουράσει
Το καλό φαγητό δεν χρειάζεται να είναι ακριβό, υποστηρίζει ο Mike Reid, διάσημος σεφ της τηλεόρασης και πρεσβευτής της αυστραλιανής γαστρονομίας. Μιλώντας στην εβδομαδιαία στήλη του blog Money, εξηγεί γιατί η ποιότητα και η νοστιμιά δεν εξαρτώνται από το ύψος του λογαριασμού και γιατί μια συγκεκριμένη σύγχρονη διατροφική εμμονή του προκαλεί μόνο δυσφορία.
Έχοντας μαγειρέψει σε εστιατόρια με αστέρια Michelin και συνεργαστεί με κορυφαίους σεφ όπως ο Michel Roux Jr και ο Gordon Ramsay, ο Reid επιμένει πως ο δρόμος για τη γεύση δεν περνά απαραίτητα από το πολυτελές. Θυμάται χαρακτηριστικά την εμπειρία του στη Σιγκαπούρη, όπου απόλαυσε ένα πιάτο με χοιρινά νουντλς σε εστιατόριο με αστέρι Michelin, με κόστος μόλις πέντε λίρες. «Ορισμένα από τα καλύτερα φαγητά που έχω φάει ήταν από πωλητές του δρόμου ή μικρές λαϊκές αγορές. Το νόστιμο φαγητό είναι απλά νόστιμο φαγητό», λέει με απλότητα.
Παρότι εκτιμά τη συνέπεια και την τεχνική αρτιότητα που χαρακτηρίζει τα εστιατόρια Michelin, δεν τα θεωρεί απαραίτητα το απόλυτο κριτήριο ποιότητας. «Είναι ένας καλός οδηγός, όχι όμως και η μόνη πυξίδα. Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια χώρα με πλούσια και ποικιλόμορφη γαστρονομική σκηνή και τα διαμάντια συχνά βρίσκονται έξω από τα “βραβεία”». Ο Reid μιλά με θαυμασμό για τη συνεργασία του με τον Michel Roux Jr στη σειρά Five Star Chef του Netflix, περιγράφοντάς τον ως έναν επαγγελματία με ήθος και φυσική γενναιοδωρία. Μέσα από τέτοιες συνεργασίες, λέει, ο ίδιος έμαθε πώς να φέρεται στο πλατό αλλά και πώς να μεταφέρει ενέργεια και πάθος στην κουζίνα.
Το φαγητό, ωστόσο, παραμένει μια βαθιά προσωπική υπόθεση. Αν δοκιμάσει ένα αποτυχημένο πιάτο από κάποιον συνάδελφο, ειδικά σε τηλεοπτικό πλαίσιο, προτιμά να κρατά μια ευγενική στάση. «Το φαγητό είναι υποκειμενικό. Αν κάτι δεν μου αρέσει, δεν σημαίνει ότι δεν θα το απολαύσει κάποιος άλλος. Πάντα βρίσκω κάτι θετικό να επισημάνω, ακόμη κι αν είναι απλώς το χρώμα της σάλτσας».
Αυτό που τον προβληματίζει στον σύγχρονο διατροφικό πολιτισμό είναι η αποσύνδεση από την εποχικότητα. «Ζητάμε φράουλες τον χειμώνα και μετά απορούμε γιατί δεν έχουν γεύση. Χάσαμε τη σχέση μας με τη φύση και με τον κύκλο των τροφίμων. Η ποιότητα δεν μπορεί να έρθει από θερμοκήπια. Είναι θέμα σεβασμού απέναντι στο προϊόν, στον πλανήτη και στον ίδιο μας τον εαυτό».
Ως προς τα πιο συχνά λάθη στη σύγχρονη μαγειρική, εντοπίζει την τάση υπερβολής, ειδικά από νέους σεφ που νιώθουν την ανάγκη να εντυπωσιάσουν. «Όταν ξεκινάς, προσπαθείς να δείξεις όλα όσα μπορείς. Έτσι καταλήγεις με δέκα στοιχεία σε ένα πιάτο, όταν τα πέντε αρκούν. Η απλότητα απαιτεί αυτοπεποίθηση και είναι αυτή που τελικά οδηγεί στην ωριμότητα».
Όσο για τη διατροφική τάση που βρίσκει εντελώς υπερτιμημένη; Η απάντηση είναι η σοκολάτα του Ντουμπάι. «Δεν καταλαβαίνω γιατί έχει επικρατήσει παντού. Είναι σε πρωινά, σε γλυκά, σε κάθε πιθανό και απίθανο μενού. Είναι υπερβολικά γλυκιά, υπερβολικά πλούσια, υπερβολικά… παντού. Δεν έχει να κάνει με γεύση, έχει να κάνει με μόδα. Και εγώ προσωπικά, δεν την απολαμβάνω καθόλου. Αλλά, βέβαια, αυτή είναι μόνο η ταπεινή μου γνώμη!»