Είναι από τις πιο γνώριμες εικόνες των ελληνικών πόλεων: τα εξωτερικά ψυγεία των περιπτέρων, γεμάτα παγωτά, αναψυκτικά, νερά και άλλα προϊόντα, παραμένουν στο πεζοδρόμιο ακόμη και όταν η επιχείρηση κλείνει και ο περιπτερούχος φεύγει. Τις νυχτερινές ώρες, εμπορεύματα αξίας εκατοντάδων ευρώ μένουν ουσιαστικά αφύλακτα, με μοναδική προστασία τις σιδερένιες μπάρες, τις αλυσίδες και τα λουκέτα που ασφαλίζουν τις πόρτες των ψυγείων. Πρόκειται για μια πρακτική σχεδόν αναπόφευκτη λόγω του περιορισμένου χώρου των περιπτέρων, η οποία όμως δημιουργεί έναν μόνιμα εκτεθειμένο στόχο: αν παραβιαστεί του λουκέτο, ο δράστης αποκτά μέσα σε λίγα λεπτά πρόσβαση σε δεκάδες ή και εκατοντάδες προϊόντα, με προτίμηση στα παγωτά. Πίσω από την αρχικά παράδοξη εικόνα, όμως, βρίσκονται πραγματικές διαρρήξεις, ζημιές για τους επαγγελματίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, λεία αξίας εκατοντάδων ευρώ. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μία περιοχή. Από την Αττική και τον Βόλο, μέχρι τα Ιωάννινα, την Άρτα, τη Θεσσαλονίκη και την Κρήτη, έχουν καταγραφεί περιστατικά κλοπών από ψυγεία περιπτέρων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Η επικεφαλής Ασφάλειας Τροφίμων μεγάλης γαλακτοβιομηχανίας τοποθετείται στην ανάκληση 760.000 συσκευασιών γάλακτος
Το πιο πρόσφατο περιστατικό καταγράφηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ένας 40χρονος συνελήφθη τα ξημερώματα στο κέντρο της πόλης, όταν, σύμφωνα με την Αστυνομία, επιχείρησε να διαρρήξει ψυγείο περιπτέρου που περιείχε προϊόντα. Η έρευνα που ακολούθησε συνέδεσε τον ίδιο άνδρα και με προηγούμενη διάρρηξη στο ίδιο περίπτερο. Σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές, τον περασμένο Ιούνιο είχε παραβιάσει το ψυγείο παγωτών της επιχείρησης και είχε αφαιρέσει παγωτά συνολικής αξίας 600 ευρώ. Σε βάρος του σχηματίστηκε δικογραφία και παραπέμφθηκε στον αρμόδιο εισαγγελέα.
Δεν πρόκειται, ωστόσο, για τη μοναδική υπόθεση του είδους. Μόλις τον Αύγουστο, επίσης στη Θεσσαλονίκη, ένας 42χρονος και η 45χρονη σύντροφός του συνελήφθησαν στην περιοχή της Μπότσαρη έχοντας μαζί τους τρία σακίδια γεμάτα προϊόντα. Όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα, είχαν αφαιρέσει από ψυγείο περιπτέρου 120 παγωτά, 50 αναψυκτικά και 21 μπουκάλια αλκοολούχων ποτών. Η συγκεκριμένη υπόθεση έφτασε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης. Οι δύο κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι είχαν κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και υποστήριξαν ότι το ψυγείο ήταν ανοιχτό, ενώ ζήτησαν συγγνώμη για την πράξη τους. Κρίθηκαν ένοχοι για κλοπή. Στον 42χρονο, ο οποίος είχε απασχολήσει και στο παρελθόν τη Δικαιοσύνη, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην 45χρονη επιβλήθηκε φυλάκιση ενός έτους με αναστολή και αφέθηκε ελεύθερη.
Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάιο, ένα ακόμη ψυγείο παγωτών είχε γίνει στόχος, αυτή τη φορά στον Βόλο. Ένας 25χρονος κατηγορήθηκε ότι παραβίασε ψυγείο περιπτέρου στο κέντρο της πόλης και αφαίρεσε παγωτά αξίας περίπου 400 ευρώ. Ο νεαρός ταυτοποιήθηκε μέσω υλικού από κάμερες ασφαλείας και συνελήφθη από αστυνομικούς της ΟΠΚΕ στη Νεάπολη. Στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο κρίθηκε ένοχος για κλοπή κατ’ εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε φυλάκιση οκτώ μηνών με αναστολή. Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο, είχε προηγηθεί και σειρά μικροκλοπών από το ίδιο περίπτερο, με προϊόντα όπως γλυκίσματα και μπισκότα.
Και τον Ιούνιο του 2026 στη Θεσσαλονίκη είχαν συλληφθεί τρεις ανήλικοι, ηλικίας 15 και 17 ετών, για διάρρηξη ψυγείου περιπτέρου και αφαίρεση παγωτών, σε μία ακόμη ανεξάρτητη υπόθεση. Το καλοκαίρι του 2025 το ζήτημα είχε πάρει διαφορετικές διαστάσεις στην Αττική, από τον Άγιο Ελευθέριο, το Περιστέρι και το Ίλιον μέχρι τη Νέα Φιλαδέλφεια, τη Νέα Ιωνία, τη Μεταμόρφωση, τη Νέα Ερυθραία και την Κηφισιά, με επανειλημμένες κλοπές μεγάλων ποσοτήτων παγωτών από περίπτερα, με τουλάχιστον οκτώ σχετικές καταγγελίες. Σε ορισμένα χτυπήματα αφαιρούνταν ολόκληρες κούτες προϊόντων. Λίγες ημέρες αργότερα ανακοινώθηκε η εξάρθρωση ομάδας που κατηγορήθηκε για κλοπές προϊόντων, μεταξύ των οποίων και παγωτά, από περίπτερα στα βόρεια προάστια, με επτά περιπτώσεις κλοπών να αποδίδονται στους κατηγορούμενους.
Στη Θεσσαλονίκη είχε καταγραφεί ανάλογη υπόθεση και το καλοκαίρι του 2024. Ένας 35χρονος κατηγορήθηκε μαζί με συνεργό του για κλοπές από καταστήματα ψιλικών, με τη λεία να περιλαμβάνει παγωτά και άλλα κατεψυγμένα τρόφιμα. Συνολικά είχαν αναφερθεί 151 κατεψυγμένα προϊόντα, αξίας περίπου 1.000 ευρώ. Την ίδια χρονιά, στις Κάτω Γούβες Ηρακλείου, επιχειρηματίες είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με επαναλαμβανόμενες επιδρομές σε εξωτερικά ψυγεία. Σε μία από τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις οι δράστες αφαίρεσαν περίπου 100 παγωτά μαζί με νερά, προκαλώντας παράλληλα ζημιές στην επιχείρηση.
Στην Άρτα, τον Μάιο του 2024, η Αστυνομία εξιχνίασε κλοπή από περίπτερο κατά την οποία είχαν παραβιαστεί ψυγεία και είχαν αφαιρεθεί προϊόντα συνολικής αξίας περίπου 640 ευρώ, στην πλειονότητά τους παγωτά. Ανάλογη περίπτωση είχε καταγραφεί και στο Κερατσίνι το 2023, όταν δύο άτομα παραβίασαν τα λουκέτα εξωτερικών ψυγείων επιχείρησης και αφαίρεσαν παγωτά, με τη δράση τους να καταγράφεται από κάμερα ασφαλείας.
Τα περιστατικά δεν αρκούν από μόνα τους για να στοιχειοθετήσουν ένα ενιαίο ή οργανωμένο φαινόμενο σε πανελλαδικό επίπεδο. Οι περισσότερες υποθέσεις είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, με διαφορετικά κίνητρα και διαφορετικό προφίλ δραστών. Η επανάληψή τους, όμως, δείχνει μια συγκεκριμένη ευπάθεια του λιανεμπορίου: τα εξωτερικά ψυγεία των περιπτέρων και των μικρών καταστημάτων αποτελούν σχετικά εύκολο στόχο, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες.
Υπάρχει και ένας καθαρά οικονομικός παράγοντας. Ένα γεμάτο ψυγείο παγωτών δεν περιέχει πλέον προϊόντα αμελητέας αξίας. Όταν αφαιρούνται δεκάδες ή εκατοντάδες τεμάχια, η ζημιά μπορεί γρήγορα να φτάσει σε αρκετές εκατοντάδες ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται η φθορά του ψυγείου, τα σπασμένα λουκέτα και το κόστος αντικατάστασης ή ενίσχυσης των μέτρων ασφαλείας.
Παράλληλα, τα παγωτά παρουσιάζουν μια ιδιαιτερότητα που κάνει ορισμένες από αυτές τις κλοπές ακόμη πιο παράδοξες: είναι προϊόν εξαιρετικά ευαίσθητο στη θερμοκρασία. Η αφαίρεση 100 ή 120 παγωτών δεν έχει ιδιαίτερο οικονομικό νόημα εάν δεν καταναλωθούν άμεσα ή δεν υπάρχει τρόπος να διατηρηθεί η ψυκτική αλυσίδα. Γι’ αυτό και οι περιπτώσεις μεγάλης ποσότητας γεννούν εύλογα ερωτήματα για τον τελικό προορισμό των προϊόντων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σε κάθε υπόθεση υπήρχε πρόθεση μεταπώλησης.
Από τα 400 ευρώ σε παγωτά στον Βόλο και τα 600 ευρώ της Θεσσαλονίκης μέχρι τα 120 παγωτά που βρέθηκαν μέσα σε σακίδια και τις οργανωμένες κλοπές προϊόντων που ερευνήθηκαν στην Αττική, το παγωτό εμφανίζεται απροσδόκητα συχνά στις αστυνομικές αναφορές των τελευταίων ετών. Αυτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με μια σειρά ευτράπελων περιστατικών είναι για τους περιπτερούχους μια πολύ πιο πεζή πραγματικότητα: προϊόν αξίας εκατοντάδων ευρώ βρίσκεται αποθηκευμένο, αναγκαστικά, έξω από το περίπτερο, προστατεύεται μόνο από ένα λουκέτο και γίνεται επαναλαμβανόμενη λεία διαρρηκτών.