Το ασιατικό μακρόκερο τσιμπούρι έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες για επιστήμονες και κτηνιατρικές αρχές, καθώς εξαπλώνεται με ταχύ ρυθμό σε νέες περιοχές του κόσμου, μεταφέροντας παθογόνους μικροοργανισμούς που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ασθένειες στα ζώα και, υπό προϋποθέσεις, να επηρεάσουν και τη δημόσια υγεία.
Τώρα, μια νέα διεθνής γενετική μελέτη κατάφερε να ανασυνθέσει την παγκόσμια «διαδρομή» του είδους, αποκαλύπτοντας πώς εξαπλώθηκε από την Ασία σε άλλες ηπείρους και ποιοι πληθυσμοί ευθύνονται για τις σημερινές εισβολές. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PNAS Nexus και βασίστηκε στην ανάλυση γενετικού υλικού από δείγματα που συλλέχθηκαν σε πολλές χώρες.
Η γενετική αποκάλυψε τις «διαδρομές» της εξάπλωσης
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η σημερινή παγκόσμια εξάπλωση του ασιατικού μακρόκερου τσιμπουριού δεν οφείλεται σε ένα μόνο γεγονός, αλλά σε πολλαπλές ανεξάρτητες εισαγωγές του είδους σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου.
Η γενετική ανάλυση επέτρεψε στους επιστήμονες να εντοπίσουν τις σχέσεις μεταξύ των πληθυσμών και να κατανοήσουν καλύτερα πώς το τσιμπούρι μετακινήθηκε μέσω του διεθνούς εμπορίου ζώων, των μεταφορών και της άγριας πανίδας.
Το συγκεκριμένο είδος παρουσιάζει ακόμη ένα χαρακτηριστικό που ανησυχεί ιδιαίτερα τους ειδικούς. Τα θηλυκά μπορούν να αναπαραχθούν χωρίς γονιμοποίηση, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και ένα μόνο άτομο μπορεί να δημιουργήσει νέα αποικία σε μια περιοχή όπου δεν υπήρχε προηγουμένως το είδος. Η ιδιότητα αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η εξάπλωσή του είναι τόσο γρήγορη και δύσκολο να ελεγχθεί.
Το ασιατικό μακρόκερο τσιμπούρι θεωρείται κυρίως απειλή για την κτηνοτροφία, καθώς μπορεί να μεταφέρει παράσιτα και άλλους παθογόνους οργανισμούς που προκαλούν σοβαρές ασθένειες στα βοοειδή και σε άλλα παραγωγικά ζώα. Σε μεγάλους πληθυσμούς μπορεί επίσης να αποδυναμώσει τα ζώα ακόμη και μόνο μέσω της εκτεταμένης αιμοληψίας.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η νέα γενετική χαρτογράφηση θα αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για τις αρχές δημόσιας υγείας και τις κτηνιατρικές υπηρεσίες, καθώς θα βοηθήσει στον εντοπισμό νέων εστιών εξάπλωσης και στην καλύτερη παρακολούθηση των πληθυσμών του είδους.
Το ενδιαφέρον των ερευνητών επικεντρώνεται πλέον στο κατά πόσο διαφορετικές γενετικές ομάδες του τσιμπουριού διαφέρουν ως προς την ικανότητά τους να προσαρμόζονται σε νέα περιβάλλοντα ή να μεταφέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμη για την πρόβλεψη των περιοχών που κινδυνεύουν περισσότερο από μελλοντικές εισβολές.