Η εξάπλωση ενός μικροσκοπικού οργανισμού που προσβάλλει τα πεύκα αποτελεί μία από τις σημαντικές απειλές για τα δασικά οικοσυστήματα, καθώς μπορεί να προκαλέσει εκτεταμένες απώλειες σε περιοχές όπου εγκαθίσταται. Ο νηματώδης του ξύλου των πεύκων, ένας παρασιτικός οργανισμός που μεταδίδεται κυρίως μέσω εντόμων φορέων, έχει συνδεθεί με σοβαρές καταστροφές σε δασικές εκτάσεις και η αντιμετώπισή του απαιτεί έγκαιρη ανίχνευση και στοχευμένες παρεμβάσεις. Νέα επιστημονική αξιολόγηση της EFSA εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα μαθηματικά μοντέλα για την πρόβλεψη της εξάπλωσης του οργανισμού και την αξιολόγηση μέτρων ελέγχου. Η μελέτη ανέλυσε διαφορετικές προσεγγίσεις προσομοίωσης, με στόχο να προσδιορίσει ποια εργαλεία μπορούν να βοηθήσουν περισσότερο στη λήψη αποφάσεων όταν εμφανίζονται νέες εστίες προσβολής.
Η αξιολόγηση δεν επικεντρώθηκε σε μία συγκεκριμένη περιοχή, αλλά εξέτασε συνολικά τα διαθέσιμα μοντέλα που έχουν αναπτυχθεί διεθνώς. Οι ερευνητές αναζήτησαν επιστημονικές εργασίες από μεγάλες βάσεις δεδομένων και από αρχικό σύνολο 1.560 αναφορών κατέληξαν σε 125 μελέτες που σχετίζονταν με μοντέλα εξάπλωσης και στη συνέχεια σε 28 μελέτες που πληρούσαν πιο αυστηρά κριτήρια για την εφαρμογή μέτρων αντιμετώπισης.
Πώς τα μοντέλα προβλέπουν την εξάπλωση του οργανισμού
Ο νηματώδης Bursaphelenchus xylophilus δεν εξαπλώνεται τυχαία, αλλά επηρεάζεται από τη μετακίνηση των εντόμων που λειτουργούν ως φορείς, τη γεωγραφία των δασικών περιοχών, τις κλιματικές συνθήκες και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Για τον λόγο αυτό, τα απλά μαθηματικά μοντέλα που εξετάζουν μόνο τη γενική αύξηση ενός πληθυσμού δεν επαρκούν για την πρόβλεψη πραγματικών σεναρίων αντιμετώπισης. Η επιστημονική αξιολόγηση έδειξε ότι τα πιο χρήσιμα εργαλεία είναι εκείνα που μπορούν να αποτυπώσουν τη χωρική διάσταση της εξάπλωσης, δηλαδή να δείξουν πώς μια προσβολή μπορεί να μετακινηθεί από μια περιοχή σε μια άλλη. Τα μοντέλα που βασίζονται σε πλέγματα χώρου, δίκτυα μετακίνησης ή προσομοίωση μεμονωμένων πληθυσμών κρίθηκαν καταλληλότερα, επειδή μπορούν να ενσωματώσουν την πραγματική μορφολογία του τοπίου και τις διαφορετικές συνθήκες κάθε περιοχής. Αντίθετα, μοντέλα που βασίζονται αποκλειστικά σε γενικές εξισώσεις χωρίς λεπτομερή χωρικά δεδομένα θεωρήθηκαν ανεπαρκή για την αξιολόγηση πρακτικών μέτρων, όπως η απομάκρυνση προσβεβλημένων δέντρων ή η δημιουργία ζωνών προστασίας γύρω από μια εστία.
Οι ερευνητές εντόπισαν έξι μοντέλα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση πραγματικών παρεμβάσεων περιορισμού. Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν θεωρήθηκε πλήρως έτοιμο για την ολοκληρωμένη αξιολόγηση όλων των πιθανών συνδυασμών μέτρων.
Η μελέτη επισημαίνει ότι τα υπάρχοντα μοντέλα μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά ώστε να αντανακλούν καλύτερα τις πραγματικές συνθήκες μιας επιδημίας στα δάση. Ένα από τα βασικά κενά αφορά την καλύτερη ενσωμάτωση των διαδικασιών επιτήρησης και ανίχνευσης, καθώς η ταχύτητα εντοπισμού μιας νέας εστίας μπορεί να καθορίσει την επιτυχία ή την αποτυχία της αντιμετώπισης. παράλληλα, οι ερευνητές θεωρούν απαραίτητο τα μοντέλα να λαμβάνουν υπόψη τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή μέτρων, την αδυναμία πλήρους απομάκρυνσης όλων των προσβεβλημένων δέντρων, τις μεταβολές στο τοπίο και το κλίμα, αλλά και τη μεταφορά του οργανισμού μέσω ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως η μετακίνηση ξυλείας.