Οι μεγαλύτερες εταιρείες γαλακτοκομικών και καφέ αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν τις εκπομπές μεθανίου
Οι κυρίαρχοι παίκτες της παγκόσμιας αγοράς γαλακτοκομικών και οι μεγαλύτερες αλυσίδες καφέ αποφεύγουν να αναλάβουν ουσιαστική δράση για τη μείωση των εκπομπών μεθανίου, παρά την τεκμηριωμένη συμβολή τους σε έναν από τους πιο επιλύσιμους παράγοντες της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Σύμφωνα με εκτενή έρευνα της Changing Markets Foundation (CMF), οι εταιρείες αυτές όχι μόνο αδιαφορούν για την επίδρασή τους στο κλίμα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αποκρύπτουν ή αποφεύγουν τη δημοσιοποίηση κρίσιμων στοιχείων.
Η έκθεση εστίασε σε 20 κολοσσούς του κλάδου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι Arla Foods, FrieslandCampina, DMK Group, αλλά και οι αλυσίδες καφέ Starbucks, Costa Coffee και Dunkin’ Donuts. Τα συνδυασμένα έσοδα αυτών των επιχειρήσεων ξεπερνούν τα 420 δισεκατομμύρια δολάρια, υπερβαίνοντας το ΑΕΠ ολόκληρων χωρών όπως η Δανία.
Το μεθάνιο, ένα αέριο θερμοκηπίου 80 φορές πιο ισχυρό από το διοξείδιο του άνθρακα, αντιπροσωπεύει περίπου το 50% των εκπομπών των δέκα κορυφαίων γαλακτοβιομηχανιών. Για εταιρείες όπως οι Saputo και Dairy Farmers of America, το ποσοστό αυτό φτάνει το 59%. Προγενέστερες αναλύσεις είχαν δείξει ότι δέκα γαλακτοκομικές και πέντε εταιρείες κρέατος παρήγαγαν περισσότερες εκπομπές μεθανίου από ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Arla είχε καταγραφεί να εκπέμπει περισσότερο μεθάνιο από ολόκληρες χώρες, όπως οι Κάτω Χώρες.
Η έρευνα αξιολόγησε τις εταιρείες βάσει της διαφάνειας, της ύπαρξης στόχων, των σχεδίων δράσης και της λογιστικής αποτύπωσης των εκπομπών. Μόνο έξι απάντησαν στο σχετικό ερωτηματολόγιο σε επαρκή βαθμό, ενώ οι περισσότερες απέφυγαν να παράσχουν ακόμη και τις βασικές πληροφορίες. Η Danone ήταν η μόνη εταιρεία που παρουσίασε ειδικό στόχο για τη μείωση του μεθανίου και λεπτομερές σχέδιο υλοποίησης. Οι περισσότερες εταιρείες κατέγραψαν χαμηλές επιδόσεις, με 18 από τις 20 να συγκεντρώνουν λιγότερους από τους μισούς διαθέσιμους βαθμούς. Οι αλυσίδες καφέ κατέλαβαν τις τελευταίες θέσεις, με τη Dunkin’ να αποτυγχάνει πλήρως, χωρίς κανένα στοιχείο ή στόχο.
Παρά ορισμένους ισχυρισμούς περί μείωσης των εκπομπών, όπως της Danone (25,3% από το 2020) και της Nestlé (20,56% από το 2018), η CMF επισημαίνει την έλλειψη ανεξάρτητης επαλήθευσης και σαφών δεδομένων για την προέλευση αυτών των μειώσεων. Η απουσία ειδικών στόχων, διαφάνειας και λογοδοσίας δημιουργεί ένα τοπίο όπου η πρόοδος είναι επιφανειακή και συχνά ανεπιβεβαίωτη. Η Arla, αν και ισχυρίζεται ότι λειτουργεί με επιστημονικούς στόχους και δίκτυο συνεταιρισμένων παραγωγών, αμφισβήτησε τις αναλύσεις της CMF, κάνοντας λόγο για «ανακρίβειες». Ωστόσο, σύμφωνα με την οργάνωση, καμία εταιρεία δεν κατέθεσε πλήρως αναλυτικά δεδομένα για το μεθάνιο, εκτός από την Bel Group.
Ο διευθύνων σύμβουλος της CMF, Nusa Urbancic, επισημαίνει πως «η σχεδόν παντελής απουσία ειδικών στόχων και αξιόπιστων σχεδίων στέλνει το μήνυμα πως οι εταιρείες δεν έχουν δεσμευτεί πλήρως στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης». Επιπλέον, τονίζει ότι η απορρύθμιση δεν είναι μόνο περιβαλλοντικά επιζήμια, αλλά και οικονομικά επιπόλαιη, καθώς η ακραία ζέστη και οι ξηρασίες επηρεάζουν ήδη την παραγωγή γάλακτος, πιέζοντας τα περιθώρια κέρδους. Μια σημαντική προτροπή της έκθεσης είναι η υιοθέτηση εναλλακτικών λύσεων, όπως τα φυτικά γάλατα, ιδιαίτερα από τις αλυσίδες καφέ. Η προώθησή τους και η μείωση της τιμής τους σε σχέση με τα ζωικά προϊόντα, μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος του κλάδου.