Πώς οι μεγάλες εταιρείες υπονομεύουν το μέλλον της γεωργίας
Δεν αποτελεί πια έκπληξη ότι οι μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων, ακόμη και εκείνες που προωθούν «βιολογικές» ή «φυσικές» σειρές προϊόντων, προτάσσουν το οικονομικό όφελος έναντι των μεθόδων καλλιέργειας που προστατεύουν το περιβάλλον και την υγεία των καταναλωτών. Πρόκειται για χαρακτηριστική έκφραση της βραχυπρόθεσμης εταιρικής σκέψης, που ενισχύεται από την αδυναμία αποδέσμευσης από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο κέρδους. Καθώς η κλιματική αλλαγή αναδιαμορφώνει ριζικά τα αγροτικά πρότυπα, προκαλώντας ακραία καιρικά φαινόμενα και συρρικνώνοντας τις αποδόσεις των καλλιεργειών, τα τρόφιμα μετατρέπονται σταδιακά σε πεδίο πολιτικής και γεωοικονομικής αντιπαράθεσης. Οι εποχές της αφθονίας τελειώνουν, και μαζί τους αποδυναμώνονται και οι άλλοτε ανθεκτικές βεβαιότητες της αγροτικής παραγωγής, ιδίως σε χώρες όπως οι ΗΠΑ.
Ταυτόχρονα, εντείνεται η παγκόσμια «μάχη για τη γη». Επενδυτικά σχήματα, κράτη και δισεκατομμυριούχοι αποκτούν γεωργική γη σε στρατηγικές περιοχές, όπως η Αφρική, προκειμένου να διασφαλίσουν μελλοντικά αποθέματα. Όμως οι ελπίδες ότι οι βόρειες γεωγραφικές ζώνες θα μπορέσουν να αντισταθμίσουν τη φθορά άλλων περιοχών, δεν επαληθεύονται. Η έλλειψη ηλιακής ακτινοβολίας και η φτωχή οργανική ύλη καθιστούν τις εκτάσεις αυτές ανεπαρκείς για υψηλής κλίμακας καλλιέργεια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αβεβαιότητας, η αναγεννητική γεωργία εμφανίζεται ως μια νέα ελπίδα, καθώς βασίζεται στην προστασία της υγείας του εδάφους, στον περιορισμό των χημικών, στην ποικιλομορφία των καλλιεργειών και στη διαχείριση των φυσικών πόρων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Ωστόσο, μια νέα έκθεση της ανεξάρτητης οργάνωσης As You Sow φέρνει αναδεικνύει πως οι μεγάλες εταιρείες τροφίμων αγκαλιάζουν μεν τη ρητορική της βιωσιμότητας, αλλά αποτυγχάνουν να την εφαρμόσουν ουσιαστικά. Η αξιολόγηση 20 κορυφαίων εταιρειών τροφίμων κατέδειξε ότι οι περισσότερες απέτυχαν να στηρίξουν πρακτικές αναγεννητικής γεωργίας με επαρκή τρόπο. Ο μέσος βαθμός που έλαβαν ήταν ένα οριακό “D”. Ανάμεσα στις εταιρείες που συγκέντρωσαν τις χαμηλότερες βαθμολογίες συγκαταλέγονται η Kellogg, γνωστή για τα δημητριακά της, και η B&G Foods, που εμπορεύεται επώνυμα προϊόντα όπως το Crisco. Αντίθετα, καλύτερες επιδόσεις κατέγραψαν η PepsiCo, η McCain Foods και η Lamb Weston, με κάποιες ενισχυτικές δράσεις και οικονομική στήριξη προς τους αγρότες. Αν και πολλές εταιρείες διαφημίζουν τη στροφή τους προς τη βιώσιμη καλλιέργεια, λίγες είναι εκείνες που εφαρμόζουν συγκεκριμένα προγράμματα με μετρήσιμα αποτελέσματα. Η πλειοψηφία αποτυγχάνει να συλλέξει δεδομένα από τους παραγωγούς ή να αξιολογήσει την επίδραση των πρακτικών τους στην υγεία του εδάφους, στην ποιότητα του νερού ή στη χρήση φυτοφαρμάκων. Επιπλέον, ελάχιστες εταιρείες θέτουν υποχρεώσεις στους προμηθευτές τους για την υιοθέτηση πρακτικών που ενισχύουν την αναγέννηση της γης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Conagra και της Lamb Weston, οι οποίες ήταν οι μοναδικές εταιρείες που δημοσίευσαν δεδομένα για τη χρήση φυτοφαρμάκων από το δίκτυο των προμηθευτών τους. Η διαφάνεια αυτή, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, θα έπρεπε να αποτελέσει πρότυπο για ολόκληρη τη βιομηχανία. Παρόλα αυτά, το πρόβλημα παραμένει, καθώς πολλές από τις υποτιθέμενα αναγεννητικές πρακτικές εφαρμόζονται με ελλιπή επιστημονικά κριτήρια και, συχνά, χωρίς ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο παραγωγής. Ο Nate Powell-Palm, ένας πρωτοπόρος αγρότης στη Μοντάνα, αρχικά ενθουσιάστηκε με τις προοπτικές της αναγεννητικής γεωργίας. Όμως, όπως περιγράφει, ο όρος έχει πλέον σχεδόν ταυτιστεί με τη μέθοδο της «μη οργώσεως», η οποία, παρότι περιορίζει τη διάβρωση, συνοδεύεται από εκτεταμένη χρήση ζιζανιοκτόνων. Το αποτέλεσμα είναι η διαιώνιση ενός συστήματος που δεν αλλάζει επί της ουσίας, αλλά απλώς ντύνεται με ένα πιο φιλικό προς το περιβάλλον προσωπείο.