Η φέτα ΠΟΠ αποτελεί το 83% της διακινούμενης ποσότητας
Από τις 27 Απριλίου 2026, όταν ανακοινώθηκε ο Οδηγός σταδιακής άρσης των μέτρων που αφορούν τα ώριμα τυριά από τη Λέσβο, έως και τις 16 Ιουνίου 2026, συνολικά 1.304,7 τόνοι τυροκομικών προϊόντων έχουν διακινηθεί από το νησί προς την υπόλοιπη Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα στοιχεία αυτά δόθηκαν στη δημοσιότητα από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και αφορούν την ελεγχόμενη διακίνηση που υλοποιείται στο πλαίσιο των μέτρων που ελήφθησαν λόγω της έξαρσης αφθώδους πυρετού.
Η μεγαλύτερη ποσότητα αφορά τη φέτα ΠΟΠ, με 1.083,6 τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 83% περίπου της συνολικής διακίνησης. Ακολουθούν 87,8 τόνοι λοιπών τυριών, 82,8 τόνοι κασέρι ΠΟΠ, 22,8 τόνοι λαδοτύρι ΠΟΠ, 17,1 τόνοι γραβιέρα και 10,7 τόνοι κεφαλοτύρι. Η διαδικασία πραγματοποιείται με αυστηρό πλαίσιο βιοασφάλειας και καθημερινή παρακολούθηση από τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες και τον ΕΦΕΤ.
Ο αφθώδης πυρετός είναι ιδιαίτερα μεταδοτική ιογενής νόσος που προσβάλλει αρτιοδάκτυλα ζώα, όπως τα βοοειδή, τα χοιρινά, τα πρόβατα και οι αίγες. Δεν αποτελεί κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, αλλά προκαλεί σοβαρές οικονομικές ζημιές στην κτηνοτροφία και απαιτεί άμεση επιβολή αυστηρών περιορισμών στη μετακίνηση ζώων και ζωικών προϊόντων για να περιοριστεί η εξάπλωσή της. Στη Λέσβο, η έξαρση οδήγησε στην επιβολή μέτρων που ανέστειλαν τη διακίνηση τυροκομικών προϊόντων από το νησί, με σοβαρές επιπτώσεις για τους παραγωγούς και τις τυροκομικές επιχειρήσεις που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές και την πώληση εκτός νησιού.
Η σταδιακή επαναφορά της διακίνησης ξεκίνησε αρχικά για τα ώριμα τυριά, δηλαδή προϊόντα που έχουν υποστεί την κατάλληλη ωρίμανση ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος παρουσίας ενεργού ιού, όπως είναι η φέτα ΠΟΠ και τα άλλα σκληρά ή ημίσκληρα τυριά της Λέσβου. Κάθε παρτίδα διακινείται βάσει συγκεκριμένων υγειονομικών πρωτοκόλλων, με έλεγχο ιχνηλασιμότητας και πιστοποίηση από τις αρμόδιες αρχές πριν αναχωρήσει από το νησί. Στόχος, σύμφωνα με το υπουργείο, είναι η προστασία της ζωικής παραγωγής και η σταδιακή επαναφορά της παραγωγικής δραστηριότητας στην κανονικότητα, χωρίς έκπτωση στην ασφάλεια των ελέγχων.