ΑρχικήΟικιακάΕπικινδυνότητα τροφίμωνΣπανάκι, μανιτάρια και ψωμί: Νέα στοιχεία για την έκθεση σε κάδμιο -...

Σπανάκι, μανιτάρια και ψωμί: Νέα στοιχεία για την έκθεση σε κάδμιο – Αξιολόγηση του BfR στο Food Risk Assess Europe

Ανάλυση 356 τροφίμων δείχνει ποια συμβάλλουν περισσότερο στην πρόσληψη καδμίου και σε ποιες ηλικιακές ομάδες μπορεί να ξεπεραστεί η ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη της EFSA.

16 λεπτά ανάγνωσης

Στον γενικό πληθυσμό, τη μεγαλύτερη συμβολή στη συνολική διατροφική έκθεση σε κάδμιο έχουν κυρίως τα δημητριακά και τα προϊόντα τους, ιδιαίτερα τα προϊόντα σίτου, καθώς και οι πατάτες, λόγω της συχνής και μεγάλης κατανάλωσής τους, ενώ στα παιδιά —και περισσότερο στις μικρότερες ηλικίες— σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση καταγράφεται από το σπανάκι και τρόφιμα που το περιέχουν. Στους εφήβους και τους ενήλικες, υψηλή έκθεση μπορεί να εμφανιστεί σε μικρές ομάδες καταναλωτών τροφίμων με ιδιαίτερα υψηλές συγκεντρώσεις καδμίου, όπως τα καλαμάρια και τα χταπόδια, τα μανιτάρια πορτσίνι και οι ηλιόσποροι, με τα μικρά παιδιά να εμφανίζουν συνολικά τη μεγαλύτερη πρόσληψη καδμίου σε σχέση με το σωματικό τους βάρος.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανάκληση ελληνικών σύκων στην Ιταλία: Επικίνδυνη τοξίνη 7.275% πάνω από το όριο – Δείτε μάρκα και φωτογραφία

- Advertisement -

Αυτά είναι τα βασικά ευρήματα της επιστημονικής αξιολόγησης 356 τροφίμων που παρασκευάστηκαν σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές που εφαρμόζονται στα νοικοκυριά και αναλύθηκαν ως προς τα επίπεδα διαφόρων ουσιών, μεταξύ των οποίων και το κάδμιο. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το BfR και δημοσιοποιήθηκε ως Opinion 030/2026, και τίτλο «BfR MEAL Study on cadmium in food – Health impairments for the majority of the population not to be expected». Το έγγραφο δημοσιεύθηκε επίσης στο Food Risk Assess Europe. Το BfR είναι επιστημονικά ανεξάρτητος οργανισμός στο χαρτοφυλάκιο του γερμανικού Ομοσπονδιακού Υπουργείου Γεωργίας, Τροφίμων και Περιφερειακής Ταυτότητας και παρέχει επιστημονικές αξιολογήσεις για ζητήματα ασφάλειας τροφίμων, ζωοτροφών, χημικών ουσιών και προϊόντων.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καλαμαράκια με κάδμιο τριπλάσιο του νόμιμου ορίου – Ευρωπαϊκή ειδοποίηση για σοβαρό κίνδυνο

Η αξιολόγηση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Αξιολόγησης Κινδύνων, Bundesinstitut für Risikobewertung (BfR), δείχνει παράλληλα ότι για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού η πιθανότητα βλάβης στην υγεία από τη διατροφική έκθεση στο κάδμιο θεωρείται χαμηλή, ενώ σε ορισμένες παιδικές ηλικιακές ομάδες και σε συγκεκριμένα διατροφικά σενάρια η εκτιμώμενη πρόσληψη υπερβαίνει την ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | METRO – My market: Πρόστιμο 1.000 ευρώ γιατί χρέωνε τα αυγά ακριβότερα στο ταμείο από την τιμή στο ράφι

Πώς το κάδμιο φτάνει στα τρόφιμα

Το κάδμιο είναι στοιχείο που απαντά φυσικά στον φλοιό της Γης και μπορεί να απελευθερωθεί στο περιβάλλον τόσο από φυσικές διεργασίες, όπως η αποσάθρωση πετρωμάτων και η ηφαιστειακή δραστηριότητα, όσο και από ανθρώπινες δραστηριότητες. Μέσω του εδάφους και του νερού περνά στα φυτά και στα ζώα και τελικά στην τροφική αλυσίδα. Για τους μη καπνιστές, τα τρόφιμα θεωρούνται η κυριότερη πηγή έκθεσης.

Η παρουσία του στα τρόφιμα έχει ιδιαίτερο τοξικολογικό ενδιαφέρον λόγω της πολύ αργής απομάκρυνσής του από τον ανθρώπινο οργανισμό. Η βιολογική ημιζωή του υπολογίζεται σε 10 έως 30 χρόνια. Μετά την απορρόφησή του κατανέμεται μέσω του αίματος και συσσωρεύεται κυρίως στο ήπαρ και στους νεφρούς. Από το κάδμιο που προσλαμβάνεται μέσω της τροφής απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα περίπου το 1% έως 10%, ενώ το μεγαλύτερο μη απορροφημένο μέρος αποβάλλεται με τα κόπρανα.

Οι νεφροί και τα οστά συγκαταλέγονται στους πλέον ευαίσθητους στόχους της χρόνιας έκθεσης. Στους νεφρούς το κάδμιο συσσωρεύεται ιδιαίτερα στα κύτταρα των εγγύς νεφρικών σωληναρίων και η παρατεταμένη ή υψηλή έκθεση μπορεί να προκαλέσει σωληναριακή βλάβη και μείωση της σπειραματικής διήθησης. Έχει επίσης συσχετιστεί με απώλεια ασβεστίου από τα οστά και απομετάλλωση του οστικού ιστού.

Το όριο αναφοράς της EFSA για το κάδμιο και οι επιπτώσεις στην υγεία

Το κάδμιο αποτελεί ένα από τα πλέον επικίνδυνα βαρέα μέταλλα για τη δημόσια υγεία, καθώς εισέρχεται στον ανθρώπινο οργανισμό κυρίως μέσω της καθημερινής διατροφής. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων, σε συνεργασία με ευρωπαϊκούς φορείς αξιολόγησης κινδύνου, έχει θέσει αυστηρά όρια για την προστασία του καταναλωτή, ορίζοντας την ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη στα 2,5 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους. Η συγκεκριμένη τιμή προέκυψε μετά από ενδελεχή μελέτη δεκάδων επιστημονικών ερευνών που εξέτασαν τις μακροχρόνιες επιπτώσεις του μετάλλου στην ανθρώπινη φυσιολογία.

Η κύρια ανησυχία των επιστημόνων εστιάζεται στην τάση του καδμίου να αποθηκεύεται στον οργανισμό χωρίς να αποβάλλεται εύκολα. Η βιολογική του ημιζωή εκτιμάται ότι κυμαίνεται από μία έως τρεις δεκαετίες, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνεται σταδιακά σε ζωτικά όργανα, όπως το συκώτι και οι νεφροί. Η χρόνια αυτή συσσώρευση προσβάλλει πρωτίστως τα νεφρικά σωληνάρια, με πρώιμο σύμπτωμα την εμφάνιση ειδικών πρωτεϊνών στα ούρα. Αν η έκθεση συνεχιστεί αδιάλειπτα, η βλάβη μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή μείωση της νεφρικής λειτουργίας ή ακόμη και σε νεφρική ανεπάρκεια.

Παράλληλα, οι επιπτώσεις του καδμίου επεκτείνονται και σε άλλα όργανα του σώματος. Το μέταλλο διαταράσσει την ισορροπία απαραίτητων στοιχείων, όπως το ασβέστιο, προκαλώντας απομετάλλωση των οστών και αυξάνοντας τον κίνδυνο εξασθένησης του σκελετού. Η διεθνής βιβλιογραφία το συνδέει επίσης με νευροτοξικές, ορμονικές και αναπαραγωγικές διαταραχές, ενώ ο Διεθνής Οργανισμός Έρευνας για τον Καρκίνο το έχει ταξινομήσει ως καρκινογόνο για τον άνθρωπο, κυρίως λόγω δεδομένων που αφορούν την εισπνοή του σε βιομηχανικά περιβάλλοντα.

Παρά την αυστηρότητα του ορίου ασφαλείας, οι ειδικοί καθησυχάζουν τους καταναλωτές εξηγώντας ότι μια μεμονωμένη υπερβολή στην κατανάλωση τροφίμων που περιέχουν κάδμιο δεν συνεπάγεται άμεση τοξική επίδραση ή βλάβη της υγείας. Το όριο αφορά τη συνολική, μακροχρόνια έκθεση σε βάθος χρόνου. Ο πραγματικός κίνδυνος εξαρτάται πάντοτε από τη συχνότητα, τη διάρκεια της υπέρβασης, αλλά και το ήδη υπάρχον φορτίο καδμίου που έχει συσσωρεύσει το σώμα κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Ποια τρόφιμα είχαν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις καδμίου

Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις δεν εντοπίστηκαν κατ’ ανάγκη στα τρόφιμα που προκαλούν τη μεγαλύτερη συνολική έκθεση στον γενικό πληθυσμό. Μεταξύ των φυτικών τροφίμων, στις υψηλότερες συγκεντρώσεις συγκαταλέγονταν τα μανιτάρια boletus/porcini, η σκόνη κακάο, οι ηλιόσποροι, ο λιναρόσπορος και τα φύκη. Στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, υψηλές συγκεντρώσεις καταγράφηκαν στο ήπαρ, στους νεφρούς, στα καλαμάρια/χταπόδια και στα μύδια. Τα πορτσίνι εμφάνισαν την υψηλότερη συγκέντρωση μεταξύ των 356 τροφίμων της μελέτης, 0,320 mg/kg. Οι ηλιόσποροι έφτασαν τα 0,265 mg/kg και τα καλαμάρια/χταπόδια τα 0,205 mg/kg.

Τα στοιχεία ανά κύρια κατηγορία τροφίμων δείχνουν επίσης πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η διακύμανση στο εσωτερικό μιας ομάδας. Στα λαχανικά, τα προϊόντα λαχανικών και τα μανιτάρια η μέγιστη τιμή έφτασε τα 320 μg/kg, ενώ στους ξηρούς καρπούς, τα όσπρια, τους ελαιούχους σπόρους και τα μπαχαρικά τα 265 μg/kg. Στην κατηγορία ψαριών, καρκινοειδών και μαλακίων η μέγιστη τιμή ήταν 205 μg/kg.

Γιατί τα δημητριακά και οι πατάτες έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη συνολική πρόσληψη

Η συγκέντρωση μιας ανεπιθύμητης ουσίας σε ένα τρόφιμο δεν αρκεί για να προσδιοριστεί η συνολική διατροφική έκθεση. Καθοριστικό ρόλο έχει και η ποσότητα που καταναλώνεται συστηματικά. Τα «δημητριακά και προϊόντα δημητριακών» αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο στο 40% έως 50% της πρόσληψης καδμίου σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Η συμβολή προερχόταν κυρίως από προϊόντα σίτου, όπως λευκό ψωμί και αρτοσκευάσματα, ζυμαρικά, ψωμί ολικής άλεσης και ψωμί σίκαλης-σίτου. Οι πατάτες και τα προϊόντα πατάτας κατείχαν τη δεύτερη θέση, με συμμετοχή περίπου 13% έως 15%.

Οι δύο αυτές κατηγορίες δεν ήταν εκείνες με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις καδμίου. Η μεγάλη συνεισφορά τους προκύπτει από τη συχνότητα και τις ποσότητες κατανάλωσης. Πρόκειται για κρίσιμη διάκριση στην αξιολόγηση της έκθεσης: ένα τρόφιμο με μέτρια συγκέντρωση που καταναλώνεται καθημερινά μπορεί να συμβάλλει περισσότερο στη συνολική πρόσληψη από ένα τρόφιμο με πολύ υψηλότερη συγκέντρωση που καταναλώνεται σπάνια.

Τα μικρά παιδιά εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση ανά κιλό σωματικού βάρους

Η ηλικία επηρεάζει σημαντικά τα αποτελέσματα όταν η πρόσληψη εκφράζεται ανά κιλό σωματικού βάρους. Στο συντηρητικό σενάριο της κυρίως συμβατικής διατροφής και με τη μέθοδο Upper Bound, η διάμεση εβδομαδιαία έκθεση στα παιδιά ηλικίας 0,5 έως κάτω του ενός έτους υπολογίστηκε σε 2,32 μg/kg σωματικού βάρους. Στα παιδιά ενός έως κάτω των τριών ετών ήταν 2,31 μg/kg. Στο 95ο εκατοστημόριο, η τελευταία ηλικιακή ομάδα έφτασε τα 3,70 μg/kg την εβδομάδα.

Η διάμεση έκθεση δεν υπερέβη το TWI σε καμία από τις ηλικιακές ομάδες, όμως στα παιδιά κάτω των τριών ετών έφτασε έως το 93% του TWI. Στο επίπεδο υψηλής έκθεσης, P95, καταγράφηκαν υπερβάσεις σε παιδιά ηλικίας από 0,5 έως κάτω των 10 ετών. Στα παιδιά ενός έως κάτω των τριών ετών η τιμή των 3,70 μg/kg αντιστοιχεί περίπου σε 1,5 φορά το TWI. Στην αξιολόγηση του BfR, το 37% των παιδιών ηλικίας 0,5 έως κάτω του ενός έτους και το 39% των παιδιών ενός έως κάτω των τριών ετών υπερέβαιναν το TWI στο συγκεκριμένο μοντέλο έκθεσης.

Η εκτιμώμενη έκθεση μειωνόταν προοδευτικά με την ηλικία. Στους εφήβους και στους ενηλίκους οι διάμεσες τιμές του Upper Bound κυμαίνονταν περίπου από 0,70 έως 0,81 μg/kg σωματικού βάρους την εβδομάδα, ανάλογα με την ηλικιακή κατηγορία, αρκετά χαμηλότερα από τις αντίστοιχες τιμές των μικρών παιδιών.

Το σπανάκι και η έκθεση των παιδιών

Το σπανάκι είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στα σενάρια που αφορούσαν παιδιά. Η συγκέντρωση καδμίου στο σπανάκι έφτανε έως 0,100 mg/kg, ενώ στο κρεμώδες σπανάκι έως 0,073 mg/kg. Το δεύτερο είχε χαμηλότερη συγκέντρωση λόγω των πρόσθετων συστατικών, αλλά καταναλωνόταν συχνότερα. Στα παιδιά ηλικίας 0,5 έως κάτω των 6 ετών που κατανάλωναν σπανάκι, η συνολική έκθεση από όλα τα τρόφιμα στο 95ο εκατοστημόριο υπολογίστηκε σε 5,84 μg/kg σωματικού βάρους την εβδομάδα. Από το ίδιο το σπανάκι προέρχονταν 2,41 μg/kg την εβδομάδα. Η συνολική έκθεση αυτής της ομάδας αντιστοιχούσε στο 234% του TWI.

Στα παιδιά 6 έως κάτω των 12 ετών που κατανάλωναν σπανάκι, η συνολική έκθεση στο P95 αντιστοιχούσε στο 158% του TWI. Για το κρεμώδες σπανάκι η αντίστοιχη τιμή ήταν 134%, ενώ στους καταναλωτές πατατάκια έφτανε το 112% και στους καταναλωτές λιναρόσπορου το 149%. Σε αρκετές από τις επιμέρους κατηγορίες ο αριθμός καταναλωτών ήταν μικρός, επομένως το BfR χαρακτηρίζει τα σχετικά αποτελέσματα ενδεικτικά και όχι επαρκή για στατιστικά ασφαλή συμπεράσματα. Στα παιδιά 0,5 έως κάτω των 6 ετών, η υψηλή συνολική έκθεση σε ορισμένα διατροφικά σενάρια έφτανε έως 2,3 φορές την ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη, με ιδιαίτερη συμμετοχή τροφίμων που περιείχαν σπανάκι, πατάτες και δημητριακά.

Καλαμάρι, χταπόδι και πορτσίνι στους ενηλίκους

Στους εφήβους και τους ενηλίκους η γενική διατροφική έκθεση παρέμενε χαμηλότερη από το TWI ακόμη και στο P95, όμως ορισμένα τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας μπορούσαν να αλλάξουν αισθητά την εικόνα για τους καταναλωτές τους. Για όσους κατανάλωναν καλαμάρι ή χταπόδι, η συνολική πρόσληψη στο P95 υπολογίστηκε σε 4,64 μg/kg σωματικού βάρους την εβδομάδα, από τα οποία 4,06 μg/kg προέρχονταν από το ίδιο το τρόφιμο. Στους καταναλωτές πορτσίνι η συνολική πρόσληψη ήταν 3,80 μg/kg και τα 2,76 μg/kg αποδίδονταν στα μανιτάρια.

Σε όρους TWI, η συνολική έκθεση στο P95 αντιστοιχούσε στο 186% για τους καταναλωτές καλαμαριού/χταποδιού, στο 152% για τους καταναλωτές πορτσίνι και στο 112% για τους καταναλωτές ηλιόσπορων. Οι συγκεκριμένες καταναλωτικές ομάδες ήταν μικρές: τα πορτσίνι καταναλώνονταν από το 0,2% του δείγματος, τα καλαμάρια/χταπόδια από το 0,3% και οι ηλιόσποροι από το 0,5%.

Η ερμηνεία αυτών των αριθμών χρειάζεται να διαχωρίζει την υψηλή συγκέντρωση ενός τροφίμου από την έκθεση ολόκληρου του πληθυσμού. Τα δημητριακά και οι πατάτες έχουν μεγαλύτερη πληθυσμιακή συνεισφορά λόγω της εκτεταμένης κατανάλωσής τους, ενώ τρόφιμα όπως τα πορτσίνι και τα κεφαλόποδα μπορούν να δημιουργούν υψηλότερη πρόσληψη σε μικρότερες ομάδες καταναλωτών.

Συμβατικά και βιολογικά τρόφιμα

Στο μοντέλο του BfR, οι καταναλωτές που επιλέγουν κυρίως συμβατικά παραγόμενα τρόφιμα εμφάνισαν περίπου 1,2 φορές υψηλότερη πρόσληψη καδμίου από εκείνους που επιλέγουν κυρίως βιολογικά προϊόντα. Το εύρημα δεν σημαίνει ότι τα συμβατικά τρόφιμα έχουν γενικά υψηλότερη συγκέντρωση καδμίου. Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι δεν παρατηρήθηκε ενιαία τάση σε όλες τις κατηγορίες. Οι διαφορές αποδίδονται σε επιμέρους ομάδες τροφίμων και στη διαφορετική σύνθεση των συμβατικών και βιολογικών δειγμάτων, όπως στη χρήση διαφορετικών ποικιλιών δημητριακών για το ίδιο είδος προϊόντος. Για την παρουσίαση της αξιολόγησης κινδύνου το BfR επέλεξε το συμβατικό σενάριο ως πιο συντηρητική προσέγγιση.

Τι έδειξε η βιοπαρακολούθηση στα παιδιά

Η αξιολόγηση δεν βασίστηκε αποκλειστικά σε μαθηματικούς υπολογισμούς πρόσληψης. Το BfR εξέτασε και δεδομένα εσωτερικής έκθεσης από τη γερμανική μελέτη περιβαλλοντικής υγείας GerES V του 2014–2017. Στη GerES V αναλύθηκαν συγκεντρώσεις καδμίου στο ολικό αίμα 720 παιδιών και εφήβων και στα ούρα 2.250 συμμετεχόντων ηλικίας 3 έως 17 ετών. Ποσοτικοποιήσιμο κάδμιο βρέθηκε στο 76% των δειγμάτων ούρων και στο 44% των δειγμάτων αίματος. Η διάμεση συγκέντρωση στα ούρα ήταν 0,08 μg/l, ενώ η διάμεση τιμή στο αίμα ήταν κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης.

Οι διάμεσες τιμές και το 95ο εκατοστημόριο του καδμίου στα ούρα βρίσκονταν κάτω από την τιμή HBM-I των 0,5 μg/l. Οι μέγιστες τιμές σε παιδιά όλων των ηλικιακών ομάδων ξεπερνούσαν την HBM-I και αυτό αφορούσε, σύμφωνα με τα δεδομένα του UBA που επικαλείται το BfR, το 0,6% των παιδιών που συμμετείχαν.

Τι σημαίνει η υπέρβαση του TWI

Η υπέρβαση των 2,5 μg/kg σωματικού βάρους σε μία εβδομάδα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με εμφάνιση βλάβης στην υγεία. Το TWI έχει σχεδιαστεί για την αξιολόγηση χρόνιας πρόσληψης και προέκυψε από μοντέλο που συνδέει την εξωτερική πρόσληψη με κρίσιμη συγκέντρωση καδμίου στα ούρα μετά από έκθεση επί 50 χρόνια.

Το BfR αναφέρει ότι δεν έχει προσδιοριστεί οριστικά εάν μια προσωρινή υπέρβαση του TWI, για παράδειγμα κατά την παιδική ηλικία, οδηγεί σε συγκεντρώσεις καδμίου στα ούρα που μπορούν να θεωρηθούν κρίσιμες για ανεπιθύμητες επιπτώσεις. Η αξιολόγηση εξαρτάται από το μέγεθος και τη διάρκεια της υπέρβασης και από το ήδη υπάρχον εσωτερικό φορτίο καδμίου.

Αυτή η παράμετρος είναι κρίσιμη για την ορθή επικοινωνία του κινδύνου. Μια τιμή πάνω από το TWI αποτελεί ένδειξη ότι η μακροχρόνια έκθεση χρειάζεται περιορισμό· δεν αποτελεί πρόβλεψη ότι ένα άτομο θα εμφανίσει νεφρική ή άλλη βλάβη επειδή κατανάλωσε ένα συγκεκριμένο τρόφιμο ή επειδή η πρόσληψή του ξεπέρασε προσωρινά την τιμή αναφοράς.

Οι περιορισμοί των αποτελεσμάτων

Η Total Diet Study μειώνει ορισμένες αβεβαιότητες επειδή εξετάζει τρόφιμα όπως καταναλώνονται και καλύπτει πάνω από το 90% της διατροφής. Έχει όμως συγκεκριμένους περιορισμούς. Κανένα από τα σύνθετα δείγματα της BfR MEAL Study δεν υπερέβη τα νομοθετικά καθορισμένα ανώτατα επίπεδα. Τα σύνθετα δείγματα, όμως, δεν επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη στατιστική κατανομή των συγκεντρώσεων στα επιμέρους προϊόντα. Ένα μεμονωμένο υποδείγμα μέσα σε ένα ομογενοποιημένο σύνολο θα μπορούσε να έχει υπερβεί το μέγιστο επίπεδο χωρίς αυτό να είναι δυνατό να προσδιοριστεί από το αποτέλεσμα του pooled sample. Η συγκεκριμένη μεθοδολογία προορίζεται για την εκτίμηση της μακροχρόνιας έκθεσης και όχι για τον έλεγχο συμμόρφωσης με μέγιστα επίπεδα σε μεμονωμένα προϊόντα.

Υπάρχει επίσης χρονική απόσταση σε ορισμένα δεδομένα κατανάλωσης. Τα στοιχεία για τα παιδιά προέρχονται από τις KiESEL και EsKiMo II της περιόδου 2014–2017, ενώ τα δεδομένα για τους ενηλίκους από την NVS II του 2005–2006. Το BfR αναγνωρίζει ότι οι διατροφικές συνήθειες μπορεί να έχουν αλλάξει, ιδιαίτερα όσον αφορά φυτικά υποκατάστατα και ψευδοδημητριακά όπως η κινόα.

Στη MEAL Study δεν ανιχνεύθηκε κάδμιο στο αγελαδινό γάλα πάνω από το όριο των 0,0003 mg/kg, ενώ στο ρόφημα σόγιας μετρήθηκε συγκέντρωση 0,005 mg/kg. Η αυξημένη σημερινή κατανάλωση τέτοιων προϊόντων μπορεί επομένως να οδηγεί σε υποεκτίμηση της έκθεσης για ορισμένους καταναλωτές όταν χρησιμοποιούνται παλαιότερα δεδομένα διατροφικής κατανάλωσης.

Η κάλυψη άνω του 90% της διατροφής σημαίνει επίσης ότι ένα μικρό τμήμα της συνολικής κατανάλωσης δεν περιλαμβάνεται στους υπολογισμούς. Το BfR εκτιμά ότι η συνεπαγόμενη υποεκτίμηση είναι μικρή, επειδή έχουν συμπεριληφθεί τόσο τα συχνότερα καταναλισκόμενα τρόφιμα όσο και τρόφιμα γνωστά για υψηλές συγκεντρώσεις ανεπιθύμητων ουσιών. Στο άλλο άκρο της κατανομής, η χρήση της μέσης κατανάλωσης κατά τις ημέρες καταγραφής μπορεί να υπερεκτιμά την έκθεση των υψηλών καταναλωτών επειδή δεν αποτυπώνεται πλήρως η ενδοατομική μεταβλητότητα.

Πώς συγκρίνονται τα γερμανικά δεδομένα με την υπόλοιπη Ευρώπη

Οι εκτιμήσεις για τα παιδιά στη Γερμανία βρίσκονται στην ίδια τάξη μεγέθους με αποτελέσματα άλλων ευρωπαϊκών Total Diet Studies. Στη γαλλική Infant Total Diet Study, παιδιά ηλικίας 0,5 έως 3 ετών είχαν μέση εβδομαδιαία πρόσληψη 2,04–2,42 μg/kg σωματικού βάρους. Στην Ολλανδία, για παιδιά 2–6 ετών αναφέρθηκε διάμεση πρόσληψη 3,5 μg/kg, ενώ στη Βαλένθια της Ισπανίας οι εκτιμήσεις για παιδιά 6–15 ετών κυμαίνονταν από 1,26 έως 2,89 μg/kg την εβδομάδα.

Για εφήβους και ενηλίκους, η γερμανική εκτίμηση ήταν παρόμοια με εκείνη της Total Diet Study της Βαλένθια και περίπου κατά το ήμισυ χαμηλότερη από άλλες συγκριτικές εκτιμήσεις από την Ολλανδία, παλαιότερα γερμανικά δεδομένα και την EFSA. Το BfR επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις που βασίζονται σε Total Diet Studies τείνουν να βρίσκονται σε παρόμοιο εύρος, ενώ εκείνες που στηρίζονται κυρίως σε δεδομένα παρακολούθησης ανεπεξέργαστων γεωργικών προϊόντων συχνά είναι υψηλότερες.

Τι συστήνει το BfR στους καταναλωτές

Η πλήρης απομάκρυνση του καδμίου από την τροφική αλυσίδα δεν θεωρείται εφικτή, επειδή το μέταλλο προέρχεται τόσο από φυσικές όσο και από ανθρωπογενείς πηγές και μπορεί να προσλαμβάνεται από φυτά και ζώα. Η σύσταση του BfR προς τους καταναλωτές είναι μια ποικίλη διατροφή με εναλλαγή τροφίμων. Η διαφοροποίηση των πηγών τροφής περιορίζει τη συστηματική πρόσληψη ανεπιθύμητων ουσιών από μία συγκεκριμένη κατηγορία και ταυτόχρονα εξυπηρετεί την επαρκή πρόσληψη θρεπτικών συστατικών.

Η αξιολόγηση δεν υποστηρίζει γενική αποφυγή δημητριακών, πατάτας, σπανακιού ή άλλων τροφίμων που καταγράφονται ως σημαντικοί συντελεστές της έκθεσης. Η υψηλή συμμετοχή των δημητριακών και της πατάτας προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από τη συχνότητα κατανάλωσης, ενώ για τρόφιμα με πολύ υψηλότερες συγκεντρώσεις, όπως τα πορτσίνι και τα κεφαλόποδα, η υψηλή έκθεση αφορά πολύ μικρότερα ποσοστά καταναλωτών.

Για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, το BfR αξιολογεί ως χαμηλή την πιθανότητα επιπτώσεων στην υγεία από τη διατροφική έκθεση στο κάδμιο. Στα παιδιά ηλικίας 0,5 έως κάτω των 12 ετών μπορούν να εμφανιστούν υπερβάσεις του TWI ανάλογα με τα τρόφιμα που καταναλώνονται, με μεγαλύτερο ποσοστό των νεότερων παιδιών να επηρεάζεται στα εξεταζόμενα σενάρια. Το BfR θεωρεί τοξικολογικά επιθυμητή την περαιτέρω μείωση της έκθεσης του πληθυσμού, με ιδιαίτερη προσοχή στα τρόφιμα που συνεισφέρουν περισσότερο στη συνολική πρόσληψη.

Τα δεδομένα εσωτερικής έκθεσης για τους ενηλίκους παραμένουν ένα ανοικτό σημείο της αξιολόγησης. Τα αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα της GerES VI, για την οποία η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε το 2023–2024, δεν είχαν ακόμη δημοσιευθεί κατά τη σύνταξη της γνωμοδότησης. Η διαθεσιμότητα αυτών των στοιχείων θα επιτρέψει ακριβέστερη αποτύπωση του σημερινού φορτίου καδμίου στον ενήλικο πληθυσμό της Γερμανίας.

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Κόκκινο ή λευκό κρέας: Τι έδειξε μελέτη 38 ετών για τη θνησιμότητα

Η ανάλυση σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανθρώπων εξέτασε τη σχέση διαφορετικών διατροφικών επιλογών με τους θανάτους από καρκίνο, καρδιοπάθειες και εγκεφαλικό

Ντομάτες: Το «μυστικό» φάρμακο για το λίπος στο συκώτι – Έρευνα έδειξε σημαντική βελτίωση σε μόλις 6 εβδομάδες, χωρίς απώλεια βάρους

Νέα τυχαιοποιημένη μελέτη σε ανθρώπους με μεταβολικά σχετιζόμενη λιπώδη νόσο του ήπατος έδειξε σημαντική μείωση ενός δείκτη ηπατικού λίπους μετά από μόλις έξι εβδομάδες καθημερινής κατανάλωσης ντομάτας και σάλτσας ντομάτας

Ολόκληρο μαρούλι ή σαλάτα σε σακούλα; Ποια επιλογή είναι ασφαλέστερη

Η επεξεργασία, η συσκευασία και η πιθανή διασπορά παθογόνων επηρεάζουν τον κίνδυνο μόλυνσης