ΑρχικήΝέαΑνάκλησηΑνάκληση ελληνικών σύκων στην Ιταλία: Επικίνδυνη τοξίνη 7.275% πάνω από το όριο...

Ανάκληση ελληνικών σύκων στην Ιταλία: Επικίνδυνη τοξίνη 7.275% πάνω από το όριο – Δείτε μάρκα και φωτογραφία

Η επίσημη ιταλική ανακοίνωση αποκαλύπτει τη μάρκα, τον Έλληνα παραγωγό, την παρτίδα και τα στοιχεία της συσκευασίας.

6 λεπτά ανάγνωσης

Σύκα ελληνικής προέλευσης ανακλήθηκαν στην Ιταλία μετά την ανίχνευση ωχρατοξίνης Α σε συγκέντρωση 590 μg/kg, όταν το μέγιστο επιτρεπόμενο επίπεδο για τα αποξηραμένα σύκα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 8,0 μg/kg. Πρόκειται για συγκέντρωση 73,75 φορές το ευρωπαϊκό ανώτατο επίπεδο, δηλαδή για υπέρβαση κατά 7.275%, σύμφωνα με τα αναλυτικά αποτελέσματα που καταχωρίστηκαν στο ευρωπαϊκό Σύστημα Ταχείας Ειδοποίησης για Τρόφιμα και Ζωοτροφές (RASFF).

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καλαμαράκια με κάδμιο τριπλάσιο του νόμιμου ορίου – Ευρωπαϊκή ειδοποίηση για σοβαρό κίνδυνο

- Advertisement -

Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) έχει επανεκτιμήσει την ωχρατοξίνη Α, σημειώνοντας ότι οι νεφροί αποτελούν το κύριο όργανο-στόχο της τοξικότητάς της. Στην αξιολόγηση του 2020, η EFSA κατέληξε ότι η OTA μπορεί να είναι γονιδιοτοξική μέσω άμεσης βλάβης στο DNA, ενώ επιβεβαίωσε ότι είναι καρκινογόνος για τους νεφρούς σε πειραματόζωα. Λόγω των αβεβαιοτήτων σχετικά με τον μηχανισμό γονιδιοτοξικότητας, η αξιολόγηση του κινδύνου βασίστηκε στην προσέγγιση του περιθωρίου έκθεσης (Margin of Exposure).

Η υπόθεση έχει κοινοποιηθεί στο ευρωπαϊκό RASFF από την Ιταλία στις 13 Αυγούστου 2026, έπειτα από επίσημο έλεγχο στην αγορά, και ταξινομήθηκε ως Alert notification, με την εκτίμηση κινδύνου να χαρακτηρίζεται «σοβαρός». Ως χώρα προέλευσης αναφέρεται η Ελλάδα, ενώ στην Ιταλία ελήφθη μέτρο ανάκλησης του προϊόντος από τους καταναλωτές.

- Advertisement -

Η επίσημη ιταλική ανακοίνωση ανάκλησης επιτρέπει πλέον την ακριβή ταυτοποίηση του προϊόντος. Πρόκειται για «Fichi secchi bianchi Grecia», δηλαδή λευκά αποξηραμένα σύκα Ελλάδας, με εμπορικό σήμα Manuzzi. Η ανακοίνωση ανάκλησης φέρει ημερομηνία 11 Αυγούστου 2026 και αναφέρει ότι το προϊόν δεν είναι κατάλληλο για κατανάλωση και πρέπει να ανακληθεί και να αποσυρθεί. Παραγωγός αναγράφεται η ελληνική εταιρεία AGROFRUT HELLAS VASSILIS PANTAZIS S.A., με έδρα εγκατάστασης στην Αγία Τριάδα, 27063 Λεχαινά Ηλείας. Η συγκεκριμένη παρτίδα φέρει τον αριθμό 254101PB, ενώ ως επιχείρηση στο όνομα της οποίας διατίθεται το προϊόν αναφέρεται η Manuzzi srl. Η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας είναι 31 Δεκεμβρίου 2026 και η συσκευασία έχει καθαρό βάρος 200 γραμμάρια (δείτε παρακάτω φωτογραφίες). Στο ίδιο επίσημο έντυπο η αιτία της ανάκλησης περιγράφεται ως μη συμμορφούμενο αναλυτικό αποτέλεσμα της Τοπικής Υγειονομικής Αρχής της επαρχίας Φότζια, στην περιφέρεια της Απουλίας (ASL Foggia) για ωχρατοξίνη Α, με την προειδοποίηση να τονίζει ότι το προϊόν είναι ακατάλληλο προς κατανάλωση.

Η ωχρατοξίνη Α, γνωστή διεθνώς ως OTA, είναι μυκοτοξίνη, δηλαδή τοξικός δευτερογενής μεταβολίτης που μπορεί να παραχθεί από ορισμένους μύκητες. Στα είδη που έχουν συνδεθεί με την παραγωγή της περιλαμβάνονται μύκητες των γενών Aspergillus και Penicillium, με ιδιαίτερη αναφορά στα Aspergillus carbonarius, Aspergillus niger και Aspergillus ochraceus. Στα αποξηραμένα σύκα έχουν απομονωθεί μυκοτοξινογόνα είδη Aspergillus και η OTA συγκαταλέγεται, μαζί με τις αφλατοξίνες, στους σημαντικούς μυκοτοξικούς κινδύνους αυτής της κατηγορίας τροφίμων.

Η επιμόλυνση δεν μπορεί να αποδοθεί, χωρίς διερεύνηση της συγκεκριμένης παρτίδας, σε ένα μοναδικό στάδιο της παραγωγής. Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι τα σύκα μπορούν να προσβληθούν από μύκητες ήδη κατά την ωρίμανση, μετά τη συρρίκνωσή τους πάνω στο δέντρο, μετά την πτώση τους στο έδαφος, κατά τη συλλογή, την ξήρανση, την επεξεργασία και την αποθήκευση, ενώ φυσικές βλάβες, επαφή με μολυσμένο έδαφος ή έντομα διευκολύνουν τη μυκητιακή προσβολή.

Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η περίοδος της ξήρανσης, καθώς επιστημονική ανασκόπηση αναφέρει ότι δημιουργούνται συνθήκες ευνοϊκές για την ανάπτυξη μυκήτων όταν η ενεργότητα νερού βρίσκεται περίπου στο 0,8 και η θερμοκρασία μεταξύ 25 και 30 °C. Παράλληλα, μελέτες σε βιομηχανικές μονάδες δείχνουν ότι ο επαρκής χρόνος ξήρανσης μετά από επεξεργασίες που αυξάνουν την υγρασία, καθώς και ο έλεγχος της θερμοκρασίας και της σχετικής υγρασίας κατά την αποθήκευση και τη λιανική διάθεση, περιορίζουν τις συνθήκες ανάπτυξης τοξινογόνων μυκήτων.

Οι ακατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης, όπως αυξημένη θερμοκρασία, υψηλή υγρασία και ανεπαρκής αερισμός, ευνοούν επίσης τη μυκητιακή ανάπτυξη και τη σύνθεση μυκοτοξινών, ενώ έντομα και άλλα παράσιτα μπορούν να προκαλέσουν τραυματισμούς στους καρπούς, μεταφέροντας μυκητιακά σπόρια. Για τη βιομηχανία αποξηραμένων σύκων, ο έλεγχος της OTA απαιτεί παρακολούθηση σε περισσότερα από ένα σημεία της παραγωγικής αλυσίδας. Η γρήγορη συλλογή των καρπών, η απομάκρυνση αλλοιωμένων σύκων, η αποφυγή παρατεταμένης επαφής με το έδαφος, η ελεγχόμενη ξήρανση, η προστασία από έντομα, η υγιεινή των χώρων και η αποθήκευση υπό ελεγχόμενες συνθήκες περιορίζουν τις δυνατότητες σχηματισμού μυκοτοξινών.

Ο Codex Alimentarius, στον κώδικα πρακτικής για την πρόληψη της επιμόλυνσης, προβλέπει καθαρούς και ξηρούς χώρους, έλεγχο εντόμων και αποθήκευση σε εγκαταστάσεις με ελεγχόμενη θερμοκρασία και υγρασία. Αναφέρει επίσης ενεργότητα νερού κάτω από 0,65 ως επίπεδο στο οποίο μούχλες, ζύμες και βακτήρια δεν μπορούν να αναπτυχθούν, επισημαίνοντας την ανάγκη αποφυγής τοπικών αυξήσεων θερμοκρασίας και υγρασίας.

Ο εργαστηριακός έλεγχος αποτελεί αναγκαίο τμήμα της διαχείρισης του κινδύνου, επειδή η απουσία εμφανών αλλοιώσεων δεν αρκεί για να πιστοποιήσει ότι ένα προϊόν δεν περιέχει μυκοτοξίνες. Η ανομοιογενής κατανομή των μυκοτοξινών μέσα σε μια παρτίδα καθιστά κρίσιμες τόσο την αντιπροσωπευτική δειγματοληψία όσο και την κατάλληλη αναλυτική μέθοδο σε όλα τα στάδια.

Η παρουσία 590 μg/kg σε ένα τρόφιμο δεν σημαίνει ότι όποιος κατανάλωσε ένα σύκο θα εμφανίσει δηλητηρίαση ή συγκεκριμένη νόσο, καθώς η πραγματική έκθεση εξαρτάται από τη συγκέντρωση, την ποσότητα και τη συχνότητα κατανάλωσης. Οι χρόνιες επιδράσεις των μυκοτοξινών αξιολογούνται διαφορετικά από μια οξεία τροφική δηλητηρίαση, ενώ στη συγκεκριμένη ειδοποίηση RASFF δεν καταγράφεται αριθμός προσβεβλημένων ατόμων και τα συμπτώματα αναφέρονται ως άγνωστα.

Για τους καταναλωτές στην Ιταλία που έχουν στην κατοχή τους λευκά αποξηραμένα σύκα Manuzzi, η ταυτοποίηση πρέπει να γίνεται με βάση τη συσκευασία των 200 g, την παρτίδα 254101PB και την ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 31/12/2026, καθώς το επίσημο έντυπο χαρακτηρίζει το προϊόν μη κατάλληλο για κατανάλωση.

Το πλύσιμο ενός αποξηραμένου σύκου ή η αφαίρεση ενός εμφανώς αλλοιωμένου τμήματος δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τρόπος «διάσωσης» προϊόντος που περιλαμβάνεται σε επίσημη ανάκληση, καθώς η απουσία ορατής μούχλας δεν αποτελεί απόδειξη απουσίας OTA. Για προϊόντα που δεν περιλαμβάνονται στην ανάκληση, η πρόληψη στο σπίτι αφορά την τήρηση των οδηγιών αποθήκευσης, την προστασία από υγρασία και θερμότητα και την απόρριψη προϊόντων με εμφανή αλλοίωση, πρακτικές που μειώνουν τον κίνδυνο περαιτέρω μυκητιακής ανάπτυξης. Να σημειωθεί ότι δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι η συγκεκριμένη παρτίδα διατέθηκε στην ελληνική αγορά, αν και η Ελλάδα καταγράφεται ως χώρα προέλευσης.

Τα σύκα που ανακλήθηκαν

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Κόκκινο ή λευκό κρέας: Τι έδειξε μελέτη 38 ετών για τη θνησιμότητα

Η ανάλυση σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανθρώπων εξέτασε τη σχέση διαφορετικών διατροφικών επιλογών με τους θανάτους από καρκίνο, καρδιοπάθειες και εγκεφαλικό

Ντομάτες: Το «μυστικό» φάρμακο για το λίπος στο συκώτι – Έρευνα έδειξε σημαντική βελτίωση σε μόλις 6 εβδομάδες, χωρίς απώλεια βάρους

Νέα τυχαιοποιημένη μελέτη σε ανθρώπους με μεταβολικά σχετιζόμενη λιπώδη νόσο του ήπατος έδειξε σημαντική μείωση ενός δείκτη ηπατικού λίπους μετά από μόλις έξι εβδομάδες καθημερινής κατανάλωσης ντομάτας και σάλτσας ντομάτας

Ολόκληρο μαρούλι ή σαλάτα σε σακούλα; Ποια επιλογή είναι ασφαλέστερη

Η επεξεργασία, η συσκευασία και η πιθανή διασπορά παθογόνων επηρεάζουν τον κίνδυνο μόλυνσης