Σημαντικές διαφορές στη χημική σύσταση και την αντιοξειδωτική ικανότητα δύο κρητικών ποικιλιών χαρουπιού καταγράφει νέα ελληνική επιστημονική μελέτη, η οποία εξέτασε τις ποικιλίες Imera και Platses. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Foods και πραγματοποιήθηκε από ερευνητές ελληνικών πανεπιστημίων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Η καθημερινή συνήθεια που προκαλεί βλάβη στο συκώτι χωρίς σταγόνα αλκοόλ – Έως και 47% αυξημένος κίνδυνος ηπατικής βλάβης
Οι επιστήμονες ανέλυσαν βρώσιμη σκόνη χαρουπιού από τις δύο ποικιλίες, εξετάζοντας τη φαινολική σύσταση, την αντιοξειδωτική ικανότητα, τα πτητικά συστατικά και το διατροφικό προφίλ. Τα δείγματα υποβλήθηκαν στις ίδιες συνθήκες καβουρδίσματος, στους 140 βαθμούς Κελσίου για 40 λεπτά, ώστε η σύγκριση να γίνει κάτω από κοινές συνθήκες επεξεργασίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πατατάκια: Ανακαλούνται 2.660 συσκευασίες μετά από καταγγελία – Οι κανόνες που εφαρμόζονται στα σύνθετα τρόφιμα
Η Imera κατέγραψε 9,0 mg ισοδυνάμων γαλλικού οξέος ανά γραμμάριο ξηρής ύλης ως προς το συνολικό φαινολικό περιεχόμενο, έναντι 4,0 mg/g της Platses. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η διαφορά στις φλαβανόλες: 1.919,7 μg ισοδυνάμων κατεχίνης ανά γραμμάριο στην Imera και 691,6 μg/g στην Platses. Η ίδια εικόνα καταγράφηκε στις εργαστηριακές δοκιμές αντιοξειδωτικής δράσης. Στη μέθοδο DPPH η Imera έφθασε τα 29,5 mg TE/g έναντι 16,9 της Platses, ενώ στην ABTS οι αντίστοιχες τιμές ήταν 15,2 και 8,7 mg TE/g. Στη δοκιμή FRAP η διαφορά ήταν ακόμη μεγαλύτερη, με 80,0 mg Fe(II)/g για την Imera έναντι 39,2 για την Platses. Οι διαφορές ήταν στατιστικά σημαντικές. Στη δοκιμή οξείδωσης ανθρώπινου ορού TSO, ωστόσο, δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά.
Η Platses παρουσίασε υψηλότερες σχετικές εντάσεις σε συγκεκριμένες ενώσεις, μεταξύ των οποίων το γαλλικό οξύ, το φερουλικό οξύ και η καμφερόλη. Στην Imera εντοπίστηκαν υψηλότερες σχετικές εντάσεις σε σειρά φλαβονοειδών και γαλλοϋλιωμένων παραγώγων, όπως κατεχίνη, μυρικετίνη και γλυκοζίτες απιγενίνης και ναρινγενίνης. Οι δύο ποικιλίες είχαν παρόμοια συνολική διατροφική σύνθεση και περίπου 33% φυτικές ίνες. Η Imera περιείχε περισσότερη πρωτεΐνη, 7,4% έναντι 6,1%, και περισσότερο λίπος, 0,33% έναντι 0,24%.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα χαρακτηριστικά της Imera μπορούν να αξιοποιηθούν στην ανάπτυξη τροφίμων και nutraceuticals με υψηλότερο αντιοξειδωτικό περιεχόμενο, ενώ το προφίλ φαινολικών οξέων της Platses παρουσιάζει ενδιαφέρον για εφαρμογές στη συντήρηση τροφίμων.
Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η συγκριτική ανάλυση LC-MS είχε ημιποσοτικό χαρακτήρα και βασίστηκε σε περιορισμένο αριθμό δειγμάτων και αναλυτικών επαναλήψεων. Οι διαφορές που καταγράφηκαν αποτυπώνουν, κατά συνέπεια, τάσεις μεταξύ των δύο ποικιλιών, ενώ για την επιβεβαίωση απόλυτων διαφορών στις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών απαιτούνται περισσότερα δείγματα και στοχευμένες ποσοτικές αναλύσεις.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2304-8158/15/18/3197
Αναφορά: Κλεφτάκη, Σταματία Αγγελική, Θάλεια Τσιάκα, Γεώργιος Μπεκιάρης, Ελένη Παπαπαναγή, Χαραλαμπία Αμερικάνου, Σωτήριος-Σπυρίδων Βαμβακάς, Αριστέα Γιοξάρη, Παναγιώτης Ζουμπουλάκης, και Ανδριάνα Χ. Καλιώρα. 2026. “Antioxidant Capacity and Phenolic Profile of Edible Carob Pods (
Ceratonia siliqua L.)” Foods 15, αρ. 18: 3197. https://doi.org/10.3390/foods15183197