Νέα επιστημονική ανασκόπηση στο Food Bioscience καταγράφει σημαντική δράση της πρόπολης και του δηλητηρίου μέλισσας απέναντι σε παθογόνους μύκητες και μυκοτοξίνες που απειλούν υγεία και τρόφιμα
Οι μυκητιασικές λοιμώξεις εξελίσσονται σε σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας διεθνώς, καθώς αυξάνεται η αντοχή των μυκήτων στα διαθέσιμα φάρμακα. Σύμφωνα με στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ορισμένοι μύκητες συνδέονται με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας, ενώ οι επεμβατικές μυκητιάσεις επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Παράλληλα, μύκητες που προσβάλλουν καλλιέργειες και αποθηκευμένα τρόφιμα παράγουν μυκοτοξίνες, ουσίες που μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια τροφίμων και να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη και ζωική υγεία.
Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Bioscience εξετάζει τη δράση προϊόντων της μέλισσας απέναντι σε μύκητες που προκαλούν λοιμώξεις στον άνθρωπο και προβλήματα στην ασφάλεια τροφίμων. Η ανασκόπηση συγκέντρωσε και αξιολόγησε εργαστηριακές μελέτες της περιόδου 1995-2025 για τις αντιμυκητιακές ιδιότητες προϊόντων όπως το μέλι, η πρόπολη, ο βασιλικός πολτός, η γύρη, το bee bread, το κερί και το δηλητήριο μέλισσας. Η εργασία αναφέρει ότι το δηλητήριο μέλισσας και η πρόπολη παρουσίασαν τη μεγαλύτερη αντιμυκητιακή δράση. Το δηλητήριο εμφάνισε σημαντική αποτελεσματικότητα απέναντι σε είδη Candida και Aspergillus, τα οποία συνδέονται με σοβαρές λοιμώξεις κυρίως σε ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Η πρόπολη κατέγραψε ευρύτερη δράση, επηρεάζοντας διάφορα είδη μυκήτων και ζυμομυκήτων, μεταξύ αυτών Fusarium, Trichophyton και Trichosporon. Αντίθετα, το μέλι και ο βασιλικός πολτός παρουσίασαν πιο περιορισμένη ή επιλεκτική δράση, ενώ η γύρη και το bee bread κινήθηκαν σε ενδιάμεσα επίπεδα αποτελεσματικότητας, ανάλογα με το είδος του μύκητα.
Η μελέτη επισημαίνει ότι τα προϊόντα της μέλισσας δεν εξετάζονται μόνο ως πιθανές ουσίες για μελλοντικές θεραπευτικές εφαρμογές, αλλά και ως φυσικά συντηρητικά στη βιομηχανία τροφίμων. Οι μύκητες που αναπτύσσονται σε καλλιέργειες και αποθηκευμένα τρόφιμα παράγουν μυκοτοξίνες, ουσίες που έχουν συνδεθεί με καρκινογόνες, νευροτοξικές και ηπατοτοξικές επιδράσεις. Οι συγγραφείς υπενθυμίζουν ότι διεθνείς έρευνες καταγράφουν επιμόλυνση καλλιεργειών από μυκοτοξίνες σε ποσοστά που φτάνουν το 60% έως 80%.
Παρά τα αποτελέσματα, οι ερευνητές τονίζουν ότι υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί. Η χημική σύσταση των προϊόντων της μέλισσας διαφέρει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή, τη χλωρίδα και τις συνθήκες παραγωγής. Επιπλέον, οι εργαστηριακές μελέτες που αναλύθηκαν χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικές μονάδες μέτρησης, γεγονός που δυσκολεύει τις άμεσες συγκρίσεις. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι τα προϊόντα της μέλισσας εμφανίζουν προοπτικές ως φυσικές αντιμυκητιακές ουσίες, ωστόσο απαιτούνται πιο τυποποιημένες και εκτεταμένες έρευνες πριν υπάρξει κλινική αξιοποίηση ή ευρεία εφαρμογή τους στην ιατρική.