Η ψηφιακή τεχνολογία επιχειρεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούνται οι γυναίκες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη κύησης, με ένα νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα να περνά πλέον από το ελεγχόμενο περιβάλλον μιας κλινικής δοκιμής στην καθημερινή λειτουργία των μαιευτικών υπηρεσιών. Το Bump2Baby & Me+ εξετάζει εάν μια παρέμβαση που συνδυάζει ψηφιακή καθοδήγηση, παρακολούθηση του σωματικού βάρους και υποστήριξη από σύμβουλο υγείας μπορεί να διατηρήσει τα οφέλη της όταν εφαρμόζεται σε πραγματικές συνθήκες νοσοκομείων και όχι μόνο στο πλαίσιο μιας ερευνητικής μελέτης. Το πρόγραμμα υλοποιείται σε μαιευτικές μονάδες στην Ιρλανδία, την Ισπανία, την Πολωνία και τη Νορβηγία, με τη συμμετοχή γυναικών που θεωρούνται αυξημένου κινδύνου για διαβήτη κύησης.
Ο διαβήτης κύησης αφορά περίπου μία στις επτά εγκυμοσύνες παγκοσμίως και συνδέεται με αυξημένους κινδύνους τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί. Οι γυναίκες που εμφανίζουν διαβήτη κύησης έχουν επίσης σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν αργότερα σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Τα ποσοστά της πάθησης αυξάνονται διεθνώς, μεταξύ άλλων καθώς περισσότερες γυναίκες κυοφορούν σε μεγαλύτερη ηλικία και αυξάνεται η συχνότητα του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας. Η πρόκληση για τα συστήματα υγείας δεν είναι επομένως μόνο η διάγνωση και η θεραπεία, αλλά και η έγκαιρη υποστήριξη των γυναικών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται καλύτερα το βάρος, τη διατροφή και τη σωματική δραστηριότητα κατά την εγκυμοσύνη.
Τι περιλαμβάνει το πρόγραμμα
Οι γυναίκες που εντάσσονται στο Bump2Baby & Me+ συνδέονται μέσω μιας εφαρμογής για κινητό με προσωπικό σύμβουλο υγείας, ο οποίος παρέχει καθοδήγηση και υποστήριξη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τον τοκετό. Παράλληλα, λαμβάνουν ψηφιακή ζυγαριά με δυνατότητα σύνδεσης μέσω Bluetooth, ώστε να μπορούν να παρακολουθούν το σωματικό τους βάρος και να μεταφέρουν τα δεδομένα στο ψηφιακό περιβάλλον του προγράμματος. Η παρέμβαση ξεκινά στην αρχή της εγκυμοσύνης και συνεχίζεται έως εννέα μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού, επιχειρώντας να καλύψει όχι μόνο την περίοδο κατά την οποία μπορεί να εμφανιστεί ο διαβήτης κύησης αλλά και τη μεταγεννητική περίοδο, όταν ο κίνδυνος για μελλοντικό διαβήτη τύπου 2 παραμένει σημαντικός.
Η μελέτη έχει σχεδιαστεί ώστε να συγκρίνει περιόδους κατά τις οποίες το πρόγραμμα παρέχεται με περιόδους συνήθους φροντίδας στα συμμετέχοντα νοσοκομεία. Παράλληλα, οι ερευνητές εξετάζουν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορούν να εντοπίζονται και να προσκαλούνται στο πρόγραμμα οι γυναίκες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο, επειδή μια παρέμβαση μπορεί να αποδεικνύεται αποτελεσματική σε μια κλινική δοκιμή, αλλά να αποτυγχάνει στην πράξη εάν οι υπηρεσίες υγείας δυσκολεύονται να την προσφέρουν ή εάν οι γυναίκες που τη χρειάζονται περισσότερο δεν εντάσσονται εύκολα σε αυτήν.
Ακριβώς αυτή τη μετάβαση επιχειρεί να αξιολογήσει το Bump2Baby & Me+. Δεν εξετάζει μόνο αν λειτουργεί η ψηφιακή καθοδήγηση, αλλά αν μπορεί να ενσωματωθεί με αποτελεσματικό και εφαρμόσιμο τρόπο στην καθημερινή μαιευτική φροντίδα. Τα αποτελέσματα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οδηγού εφαρμογής, ο οποίος θα περιλαμβάνει πρακτικές και κοστολογημένες κατευθύνσεις για υπηρεσίες υγείας που θα θελήσουν να υιοθετήσουν το συγκεκριμένο μοντέλο.
Το κρίσιμο τεστ είναι η πραγματική ζωή
Προηγούμενη έρευνα για ψηφιακές παρεμβάσεις στον διαβήτη κύησης έχει δείξει ότι η τηλεπαρακολούθηση, οι εφαρμογές κινητού και άλλες ψηφιακές υπηρεσίες μπορούν να βελτιώσουν τον γλυκαιμικό έλεγχο, όμως η αποτελεσματικότητα ενός εργαλείου σε ερευνητικές συνθήκες δεν εγγυάται ότι θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα όταν ενσωματωθεί σε ένα πραγματικό σύστημα υγείας. Αυτό ακριβώς αποτελεί το βασικό ερώτημα της νέας ευρωπαϊκής μελέτης. Η στρατολόγηση των συμμετεχουσών ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2025 και ολοκληρώθηκε στα τέλη Αυγούστου του 2026, όμως η παρέμβαση θα συνεχιστεί έως τα μέσα του 2027, ενώ τα τελικά αποτελέσματα αναμένονται το 2028. Επομένως, δεν υπάρχουν ακόμη δεδομένα που να επιτρέπουν να ειπωθεί ότι το νέο μοντέλο μειώνει τον διαβήτη κύησης ή βελτιώνει συγκεκριμένα τις εκβάσεις μητέρας και παιδιού. Αυτό που υπάρχει σήμερα είναι το πρωτόκολλο της μελέτης και η έναρξη της εφαρμογής της σε πραγματικές συνθήκες φροντίδας.
Η μελέτη χρηματοδοτείται από την ευρωπαϊκή σύμπραξη Horizon Europe για τον μετασχηματισμό των συστημάτων υγείας και φροντίδας, μαζί με εθνικούς φορείς χρηματοδότησης. Το πλήρες πρωτόκολλο δημοσιεύτηκε στο PLOS One.